Ποιος τραβάει ζόρι με τον δημόσιο θηλασμό;

Για άλλη μια φορά έχω την χαρά να δημοσιεύσω το άρθρο ενός άντρα, που δεν είναι γιατρός ή σύμβουλος θηλασμού, και ο οποίος λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους για τον δημόσιο θηλασμό και υπερασπίζεται το δικαίωμα των μωρών μας σε αυτόν. Θυμίζω ότι το πρώτο άρθρο που δημοσιεύτηκε από άντρα για τον δημόσιο θηλασμό, ήταν αυτό http://vikifar.wpengine.com/?p=5102, από τον Matt Walsh.

A Helping Hand - Acrylic, Gouache and Oil Ink - Copyright Jennifer Mourin.jpg

Όταν πρωτοδιάβασα τις αντιδράσεις που προκάλεσε τις τελευταίες μέρες στην κοινή γνώμη το θέμα του δημόσιου θηλασμού, σάστισα λιγάκι, γιατί δεν ήμουν σίγουρος αν είχα άποψη γι’ αυτό. Δεν είναι απλώς ότι πρόκειται για ζήτημα που δεν με αφορά άμεσα (ούτε το scuba diving με αφορά άμεσα, εξάλλου), αλλά ότι η ίδια η φύση του ζητήματος είναι τέτοια που με αποκλείει από τους κόλπους της (huhu), υπό την έννοια ότι δεν διαθέτω τα έμφυλα γνωρίσματα για να την αντιληφθώ και να την επεξεργαστώ όπως πρέπει. Κατά μία έννοια, είναι σα να προσπαθείς να εκφέρεις γνώμη για τη μουσική, όντας κουφός.

Ωστόσο, υπάρχει και η κοινωνική-υπερατομική διάσταση του πράγματος, το πολύ σημαντικό εκείνο επίπεδο, δηλαδή, όπου ο δημόσιος θηλασμός από ατομική εκδήλωση εμπίπτει πια στο φάσμα των ανθρώπινων δικαιωμάτων και άρα άπτεται υποχρεωτικά καθολικού ενδιαφέροντος και χρήζει συνολικής μέριμνας. Με λίγα λόγια, κατάλαβα ότι όπως το scuba diving, έτσι κι ο δημόσιος θηλασμός δεν με καίει ιδιαίτερα, γιατί δεν έχω ανάγκη κανένα από τα δύο, αλλά στον βαθμό που η ενάσκησή τους τίθεται υπό διακύβευση, οφείλω έτσι κι αλλιώς να τα περιεργαστώ (αν όχι να τα υπερασπιστώ) ως πολιτικά θέματα μίας ζωντανής δημοκρατίας.

Οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν σχετικά με το δικαίωμα των γυναικών στον δημόσιο θηλασμό μου φάνηκαν εντελώς παράλογες γιατί, για ακόμα μία φορά στον ελληνικό δημόσιο λόγο, ο κόσμος στράφηκε εναντίον ενός δικαιώματος με επιχειρήματα περί αισθητικής, αιδούς, ευπρέπειας και άλλων υποκειμενικών εννοιών, που ο καθένας συστέλλει και διαστέλλει αυθαίρετα. Καμία από τις απόψεις που διάβασα, δεν είχε να αντιπαραθέσει κάτι ουσιώδες έναντι του υπό κρίση δικαιώματος, κάποιο έννομο αγαθό που πλήττεται, για παράδειγμα, από την άσκησή του. Όσοι έχουν πρόβλημα, δηλαδή, το έχουν επειδή ντρέπονται ενώπιον ενός θεάματος στο οποίο είναι ανεξοικείωτοι, και όχι επειδή διαπίστωσαν ότι δι’ αυτού διασαλεύεται κάποιο άλλο δικαίωμα. Επιχειρώντας δε, να καμουφλάρουν την παιδιάστικη ανωριμότητά τους, αντιτάσσουν κάμποσες αναχρονιστικές ηθικοπλαστικές διατυπώσεις που στην καθημερινή τους ζωή ούτε οι ίδιοι δεν λαμβάνουν υπόψη, ή προβαίνουν σε αδόκιμους συμψηφισμούς και συγκρίσεις του επίμαχου δικαιώματος με άλλα, για να το μειώσουν και να το απλουστεύσουν.

Από τις τελευταίες αυτές τακτικές που αναφέρω γενικά, είναι δύο που θεωρώ πιο επικίνδυνες:

Η πρώτη και συνηθέστερη είναι εκείνη κατά την οποία ο θηλασμός εξισώνεται με οποιαδήποτε άλλη βιολογική ανάγκη (π.χ το κατούρημα), και που αποσκοπεί στην συναγωγή του πλέον στρεψόδικου και σαχλού συμπεράσματος: “Αν επιτρέπεται ο δημόσιος θηλασμός, θα πρέπει να επιτρέπεται και η ούρηση”. Η ικανοποίηση των αναγκών ενός βρέφους ταυτίζεται σημασιολογικά με την ανακούφιση της κύστης, το αξιακό context των δύο πραγμάτων παραγνωρίζεται ολικά (η ευθύνη της μάνας απέναντι στο παιδί, δηλαδή, δεν λαμβάνεται υπόψη) και όλος αυτός ο παραλογισμός βρίσκει έρεισμα στον πουριτανισμό του μέσου Έλληνα, ο οποίος του δίνει θέση έγκυρου επιχειρήματος.

Ακόμη πιο επικίνδυνο ολίσθημα στη μάχη κατά του δημόσιου θηλασμού είναι αυτό της σεξουαλικοποίησης των λειτουργιών του γυναικείου σώματος. O ισχυρισμός, δηλαδή, ότι η γύμνια (εν προκειμένω) της γυναίκας είναι παράγοντας αξιόμεμπτης πρόκλησης – μια εικόνα που τάχα θα διαταράξει την ομαλή συνύπαρξη ανδρών και γυναικών στον ίδιο χώρο, εισάγοντας το ανεπιθύμητο ερωτικό στοιχείο σε τυπικές κοινωνικές σχέσεις. Στην πραγματικότητα, ο μηχανισμός αυτός δεν είναι παρά μία καταχρηστική προβολή σεξουαλικών ορέξεων πάνω στις γυναίκες και το εκτεθειμένο στήθος τους, που εκλογικεύεται με σαθρά προσχήματα από αυτούς που είτε γεννούν τις ορέξεις είτε έχουν μάθει να τις νομιμοποιούν σε περισσότερες περιστάσεις απ’ όσες θα ήταν δίκαιο. Το σώμα της γυναίκας αντιμετωπίζεται ως πεδίο ιδεολογικής διένεξης και τα ένστικτα που διεγείρει έτσι κι αλλιώς, καταλογίζονται σ’ αυτό και τις λειτουργίες του σαν εγκλήματα, για να βγάλουν απ’ τη δύσκολη θέση τους φορείς των ενστίκτων, που απλώς αδυνατούν να τα τιθασεύσουν.

Με λύπη διαπιστώνω ότι η γυναικεία φύση διαδραματίζει ατυχώς τον ρόλο του τραγικού αποδέκτη της σύγχρονης πολιτισμικής μας υπανάπτυξης, υποχρεωμένη να λουστεί τη συσσωρευμένη σεξουαλική ενοχικότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η ντροπή που ο απαίδευτος κόσμος αισθάνεται για το σώμα του και τους συμβολισμούς της σεξουαλικότητάς του που απορρέουν απ’ αυτό, εκτονώνεται με τη δαιμονοποίηση του πιο ευάλωτου σε επιθέσεις φύλου.

Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα αισθανθούμε την ανάγκη να παρεμποδίσουμε ένα δικαίωμα, ας βεβαιωθούμε πρώτα ότι το πρόβλημα που επικαλούμαστε μας το προκαλεί η ενάσκησή του, και όχι οι άβολοι συνειρμοί που η τελευταία προκαλεί στο ήδη υπάρχον ψυχολογικό μας σύμπλεγμα.

Πηγή