Άρθρα

Οι πιο συνηθισμένες δηλώσεις κατά του θηλασμού και πώς να τις απαντήσετε

Δήλωση: «Οι περισσότεροι άνθρωποι της γενιάς μας μεγάλωσαν με φόρμουλα και είναι υγιείς»

Απάντηση: Δεν είναι αλήθεια αυτό. Τις μακροχρόνιες επιπτώσεις του μη θηλασμού μόλις τώρα αρχίζουμε να τις καταλαβαίνουμε. Τα επίπεδα της χοληστερίνης, η πίεση του αίματος, η παχυσαρκία, οι αλλεργίες, ο διαβήτης, οι ακαδημαϊκές επιδόσεις, όλα αρχίζουν σιγά-σιγά να συνδέονται με τον τρόπο διατροφής μας όταν ήμασταν μωρά. Έχουμε πολύ περισσότερα προβλήματα όρασης, εντερικά προβλήματα, γρίπη, κρυώματα, προβλήματα των δοντιών, της καρδιάς και καρκίνο απ’ όσα θα είχαμε αν είχαμε θηλάσει. Και είμαστε λίγους βαθμούς πιο κάτω στα τεστ IQ απ’ ότι θα ήμασταν εάν είχαμε θηλάσει.

Δήλωση: “Ο γιος μου μεγάλωσε με φόρμουλα και είναι πολύ έξυπνος και τώρα σπουδάζει στο πανεπιστήμιο”

Απάντηση: Πάρα πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι ο θηλασμός σχετίζεται με σημαντικά υψηλότερες επιδόσεις όσον αφορά την νοητική εξέλιξη. Μια διαφορά τουλάχιστον 3,16 βαθμών μετρήθηκε κατά τη διάρκεια 15 ετών. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι εάν οι γονιδιακές νοητικές δυνατότητες ενός παιδιού είναι για να φτάσει σε δείκτη IQ τα 150, μάλλον δεν θα κάνει και μεγάλη διαφορά μια απόκλιση 3,16 πόντων. Όμως ένα παιδί με γενετική προδιάθεση για δείκτη IQ 100, θα ωφεληθεί πολύ από 3,16 έξτρα πόντους. Με άλλα λόγια, ο θηλασμός επιτρέπει στο παιδί να φτάσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Διαβάστε σχετικά άρθρα εδώ και εδώ.

Δήλωση: “Παρόλο που το παιδί μου μεγάλωσε με φόρμουλα δεν είχε ποτέ αλλεργίες, αλλά το παιδί της φίλης μου που θηλάζει έχει διάφορες αλλεργίες, έκζεμα, βήχα και χαμηλό δείκτη IQ , οπότε το μητρικό γάλα δεν προστατεύει τελικά και τόσο πολύ”.

Απάντηση: Οι αποδείξεις που βασίζονται στην εμπειρία δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τον γενικό κανόνα. Οι στατιστικές μελέτες μάλλον είναι πιο ακριβείς στο να προσδιορίζουν πόσο συνηθισμένο είναι κάτι. Για παράδειγμα η φράση «ξέρω ένα παιδί που θηλάζει και έχει έκζεμα» δεν ακυρώνει τις έρευνες που δείχνουν ότι «ο θηλασμός μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο ενός παιδιού για έκζεμα». Μια περίπτωση, ή δύο, ή τρεις δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν με τις μελέτες που εξετάζουν χιλιάδες περιπτώσεις. Επίσης, μια μητέρα που θηλάζει και το παιδί της έχει έκζεμα, μπορεί να είναι σίγουρη ότι ο τρόπος διατροφής του παιδιού της δεν συνέβαλε στην ανάπτυξη του εκζέματος. Ενώ μια μητέρα που δεν θηλάζει, δεν μπορεί ποτέ να είναι σίγουρη.

Δήλωση: “Γιατί οι θηλάζουσες μητέρες προσπαθούν να μας κάνουν να νιώσουμε ένοχες; Είναι επιλογή μου το πώς θα μεγαλώσω το παιδί μου”.

Απάντηση: Οι επιλογές υπάρχουν φυσικά, αλλά μόνο όταν είναι ξεκάθαρες, δηλαδή όταν έχουμε όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις συνέπειες της κάθε μία επιλογής. Εμείς οι μητέρες λοιπόν θα πρέπει να έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε ενημερωμένες επιλογές, βασισμένες σε επιστημονικά δεδομένα και όχι σε κουτσομπολιά. Οι μητέρες θα πρέπει να σταματήσουν να μαλώνουν με εμάς που προσπαθούμε να προωθήσουμε το θηλασμό και να μας κατηγορούν ότι τις κάνουμε να αισθάνονται ένοχες. Θα πρέπει μάλλον να στρέψουμε όλες μαζί το θυμό μας προς τις εταιρίες ξένου γάλακτος, οι οποίες μας λένε ψέματα και προς τους επαγγελματίες υγείας οι οποίοι υποτιμούν τον οργανισμό μας και τα ένστικτά μας.

Δήλωση: “Οι θηλάζουσες μητέρες είναι επικριτικές και εγωίστριες”.

Απάντηση: Το πόσο επικριτικός είναι κανείς εξαρτάται από το προφίλ αυτού που ακούει την πληροφορία και όχι αυτού που τη δίνει. Εάν κάποιος βρίσκει επικριτική μια στατιστική έρευνα, θα έλεγα ότι μάλλον αισθάνεται ήδη άσχημα για την επιλογή που έχει κάνει. Οι γιατροί, οι επιστήμονες, οι ερευνητές έχουν καθήκον να μας λένε την αλήθεια και το προφανές είναι ότι μπορούμε να παράγουμε την πιο κατάλληλη τροφή για τα μωρά μας. Ως γονείς δεν έχουμε καθήκον να πάρουμε στα σοβαρά αυτή την πληροφορία;

Δήλωση: “Θα ήθελα οι θηλάζουσες να σταματούσαν να υπαινίσσονται ότι οι γυναίκες που δεν θηλάζουν το κάνουν για την ευκολία τους”.

Απάντηση: Από έρευνα του Υπουργείου Υγείας της Μ. Βρετανίας, στην οποία συμμετείχαν 8.000 μητέρες και γίνεται κάθε 5 χρόνια: «Η πιο συνηθισμένη αιτία για θηλασμό ήταν ότι το μητρικό γάλα είναι το καλύτερο για τη υγεία των μωρών και ακολουθούσε η ευκολία. Η πιο συνηθισμένη αιτία για μη θηλασμό ήταν ότι θα μπορούσε κάποιος άλλος να ταΐζει το μωρό (δηλαδή η ευκολία), και αμέσως μετά η «απέχθεια» για το θηλασμό.

Δήλωση: “Η φόρμουλα δεν διαφέρει και τόσο πολύ από το μητρικό γάλα”.

Απάντηση: Είστε σίγουροι; Δείτε αυτό:

whats-in-breastmilk

 

Δήλωση: “Η φόρμουλα είναι ασφαλής. Δεν θα επιτρεπόταν η πώλησή της αλλιώς”.

Απάντηση: Τα τσιγάρα, τα πυροτεχνήματα, οι αναπτήρες, τα σπίρτα και ένα σωρό άλλα επικίνδυνα πράγματα πωλούνται παντού κάθε μέρα. Δεν είναι απολύτως ασφαλή, αλλά πωλούνται.

Δήλωση: “Τουλάχιστον το στήθος μου δεν είναι κρεμασμένο σαν της αγελάδας”.

Απάντηση: Το «πέσιμο» του στήθους είναι μια συνηθισμένη συνέπεια της εγκυμοσύνης και όχι του θηλασμού. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά και αμέσως μετά τον τοκετό, τα στήθη μας προετοιμάζονται για την γαλακτοφορία ακόμα κι αν δεν έχουμε καμία πρόθεση να θηλάσουμε. Αυτές οι αλλαγές που γίνονται στο στήθος μας, μερικές φορές είναι μόνιμες. Επίσης, η υπερβολική πρόσληψη βάρους κατά την εγκυμοσύνη, η ηλικία και κληρονομικοί παράγοντες μπορούν να οδηγήσουν σε χαλαρότητα του στήθους. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεται ο θηλασμός.

Δήλωση: “Σταμάτησα το θηλασμό γιατί χρειαζόμουν περισσότερο ύπνο”.

Απάντηση: Κάποιες γυναίκες εισάγουν τη φόρμουλα στη διατροφή του μωρού τους, με την ελπίδα το μωρό τους να κοιμηθεί περισσότερο ανάμεσα στου θηλασμούς ή να κοιμηθεί όλη την νύχτα. Μερικές φορές αυτό είναι να πιθανόν να συμβεί τις πρώτες φορές που το μωρό θα πιει φόρμουλα, καθώς το στομάχι του δεν είναι συνηθισμένο στην σύνθεση του ξένου γάλακτος. Κάποιες φορές επίσης, μπορεί να χρειαστεί να αυξήσουμε την ποσότητα της φόρμουλας για να έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αυτό όμως μπορεί να οδηγήσει στο μέλλον σε παχυσαρκία. Τις περισσότερες φορές, η προσθήκη φόρμουλας στη διατροφή του μωρού δεν επηρεάζει καθόλου τον ύπνο του και σε κάποια μωρά μπορεί να προκαλέσει βάρος στο στομάχι και περισσότερη ανησυχία. Οι μητέρες που θηλάζουν κοιμούνται περισσότερο και έχουν καλύτερη ποιότητα ύπνου. Ένα μωρό που θηλάζει και πεινάει, μπορεί να θηλάσει αμέσως. Εάν κοιμόμαστε μαζί με το μωρό μας, αυτό σημαίνει ότι το μωρό μπορεί να θηλάσει πριν καν αρχίσει να κλαίει. Απ’ την άλλη, ένα μωρό που πίνει φόρμουλα θα πρέπει να περιμένει να ετοιμαστεί η φόρμουλα, να κρυώσει και εν τω μεταξύ το μωρό θα στρεσάρεται όλο και περισσότερο και θα ξυπνάει και όποιον άλλο κοιμάται μέσα στο σπίτι. Όταν η μητέρα θηλάζει, μπορεί να μην ξυπνήσει καλά-καλά για να θηλάσει το μωρό της. Επιπλέον, οι ορμόνες που παράγονται κατά τη διάρκεια του θηλασμού έχουν χαλαρωτική επίδραση επάνω μας κι έτσι τελικά θα κοιμηθούμε ακόμα καλύτερα αφού θηλάσουμε το μωρό. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι οι γονείς μωρών που θηλάζουν αποκλειστικά κοιμούνται 40-45 λεπτά περισσότερο από τους γονείς που δίνουν στα μωρά τους φόρμουλα (http://journals.lww.com/jpnnjournal/Abstract/2007/07000/Breast_feeding_Increases_Sleep_Duration_of_New.8.aspx). Ο ύπνος των γονιών που τα παιδιά τους πίνουν φόρμουλα διακόπτεται πολύ περισσότερες φορές απ’ ότι των γονιών που τα παιδιά τους θηλάζουν τη νύχτα. Εάν θέλετε να κοιμάστε περισσότερο, ο θηλασμός είναι ότι πιο κατάλληλο για εσάς.

Δήλωση: “Το στήθος μου είναι πολύ μικρό για να θηλάσω”.

Απάντηση: Ακόμα και τα πιο μικρά στήθη είναι ικανά να παράγουν γάλα και να επιτελέσουν το έργο για το οποίο τα έφτιαξε η φύση. Είναι μύθος ότι οι γυναίκες με μεγάλο στήθος έχουν περισσότερο γάλα και θηλάζουν πιο εύκολα. Μπορεί να έχουν περισσότερο λίπος στο στήθος τους, αλλά το λίπος αυτό δεν συνεισφέρει σε κάτι όσον αφορά την παραγωγή γάλακτος. Μιλώντας με όρους ανατομίας, όλοι οι μαστοί λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Με κανέναν τρόπο δεν επηρεάζει η εξωτερική εμφάνιση την διαδικασία της παραγωγής του γάλακτος και την ικανότητα της μητέρας να θηλάσει τελικά.

Δήλωση: “Σταμάτησα το θηλασμό γιατί έπρεπε να επιστρέψω στη δουλειά”.

Απάντηση: Ακόμα και λίγες εβδομάδες θηλασμού είναι καλύτερες από το καθόλου. Ακόμα και μερικές μόνο ημέρες θηλασμού έχουν απαράμιλλα οφέλη. Το πρωτόγαλα προσφέρει όχι μόνο την τέλεια τροφή για το νεογέννητο μωρό, αλλά επίσης μεγάλες ποσότητες ζωντανών κυττάρων που θα προστατέψουν το μωρό από πολλούς βλαβερούς οργανισμούς. Όμως, με λίγο περισσότερο προγραμματισμό και οργάνωση, οι περισσότερες μητέρες μπορούν να συνεχίσουν το θηλασμό μετά την επιστροφή τους στην εργασία τους.

Δήλωση: “Εάν μπεις σε μια τάξη με παιδιά του δημοτικού σχολείου, δεν θα μπορείς να διακρίνεις ποια παιδιά θήλασαν και ποια όχι”.

Απάντηση: Εάν γνώριζα λίγα περισσότερα πράγματα γι’ αυτά τα παιδιά (τις αλλεργίες τους, τον αριθμό των επισκέψεών τους στο γιατρό τους τελευταίους 6 μήνες, το βάρος τους, κλπ) θα μπορούσα να κάνω μια ασφαλή εκτίμηση για το αν έχουν θηλάσει ή όχι.

Δήλωση: “Πρέπει να προσέχεις πολύ τη διατροφή σου όταν θηλάζεις γιατί το μητρικό γάλα δεν περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία και τις βιταμίνες που προσθέτουν στην φόρμουλα”.

Απάντηση: Όλες οι βιταμίνες και τα ιχνοστοιχεία που περιέχονται στο μητρικό γάλα είναι σε τέτοια μορφή που το μωρό μου να μπορεί να απορροφήσει πλήρως. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ακόμα και οι μικρότερες ποσότητες των βιταμινών και των ιχνοστοιχείων του μητρικού γάλακτος είναι άμεσα διαθέσιμες για να χρησιμοποιηθούν από τον οργανισμό του μωρού. Αυτός είναι και ο λόγος που τα μωρά που θηλάζουν έχουν πιο αραιές κενώσεις καθώς μεγαλώνουν – απορροφούν όλο και περισσότερα στοιχεία από το γάλα της μητέρας τους. Αντίθετα πολλά από τα στοιχεία που περιέχονται στη φόρμουλα απλώς εξέρχονται από το σώμα του μωρού με τις κενώσεις του. Όσον αφορά την ειδική διατροφή που πρέπει να κάνει η μητέρα που θηλάζει, εκτός κι αν υπάρχει ιστορικό αλλεργιών στην οικογένεια, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός στη διατροφή της μητέρας.

Δήλωση: “Δεν μπορείς να κάνεις γυμναστική ή δίαιτα για όσο καιρό θηλάζεις”.

Απάντηση: Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην έχουμε μια ελεγχόμενη διατροφή ως προς τις θερμίδες που καταναλώνουμε, εάν το επιθυμούμε, σε λογικά πλαίσια. Οι μητέρες έχουν θηλάσει ανά τους αιώνες με πολύ μεγάλη επιτυχία, ακόμα και σε περιόδους που δεν υπήρχε αρκετή τροφή. Κι αυτό γιατί η θηλάζουσα μητέρα χρησιμοποιεί πιο αποτελεσματικά το φαγητό που καταναλώνει. Επιπροσθέτως, ο θηλασμός βοηθάει στην απώλεια βάρους και με τον καιρό, οι θηλάζουσες μητέρες χάνουν περισσότερο βάρος από τις μητέρες που δεν θηλάζουν. Επίσης, η φυσική άσκηση δεν επηρεάζει την ποιότητα ή την ποσότητα ή την γεύση του μητρικού γάλακτος. Είναι απολύτως ασφαλές να θηλάσουμε αμέσως μετά την γυμναστική μας και η καθημερινή άσκηση δεν επηρεάζει με κανέναν τρόπο την ανάπτυξη του παιδιού.

Δήλωση: “Δεν μπόρεσα να θηλάσω στο πρώτο μου παιδί, οπότε δεν θα θηλάσω ούτε αυτό το παιδί μου”.

Απάντηση: Όσα προβλήματα κι αν αντιμετωπίσαμε στο θηλασμό του πρώτου μας παιδιού, οι έρευνες δείχνουν ότι δεν επαναλαμβάνονται και στα επόμενα παιδιά και ότι θα έχουμε περισσότερο γάλα κάθε επόμενη φορά.

Δήλωση: “Ο θηλασμός είναι καλός για το μωρό, μόνο αν το θέλει και η μαμά”.

Τα μωρά δεν είναι αυτομάτως χαρούμενα απλώς και μόνο επειδή είναι χαρούμενη η μαμά τους. Μια μητέρα που βρίσκει τον θηλασμό δύσκολο και σταματάει να θηλάζει μπορεί να είναι πολύ χαρούμενη, αλλά το μωρό της μπορεί να υποφέρει από κολικούς, δυσκοιλιότητα, αλλεργίες και επαναλαμβανόμενες ασθένειες, σαν συνέπεια της σίτισης με φόρμουλα και άρα το μωρό δεν θα είναι και τόσο χαρούμενο τελικά. Δείτε το κι απ’ την άλλη πλευρά: τα μωρά δεν πίνουν λιγότερο καλό γάλα όταν θηλάζουν από μια στεναχωρημένη μαμά, ούτε και καλύτερο γάλα όταν η μαμά είναι χαρούμενη.

Δήλωση: “Εγώ δεν είχα γάλα για να θηλάσεις, οπότε μάλλον δεν θα έχεις ούτε κι εσύ”.

Απάντηση: Ευτυχώς η ατυχία δεν είναι κληρονομική! Μπορεί να μην θήλασα από σένα, αλλά αυτό με έχει κάνει ακόμα πιο αποφασισμένη να θηλάσω τα δικά μου παιδιά και να μεταφέρω το μήνυμα στις επόμενες γενιές.

Δήλωση: “Πάλι θηλάζεις;”

Απάντηση: Λέγεται σίτιση κατ’ απαίτηση του μωρού και μ’ αυτόν τον τρόπο αυξάνεται η παραγωγή μου. Τι προτιμάς; Τους ήχους ενός μωρού που θηλάζει ή τους ήχους ενός μωρού που κλαίει πεινασμένο;

Δήλωση: «Πρόσεξα ότι το μωρό δεν είχε πιπίλα, οπότε του αγόρασα μία.»

Απάντηση: Η πιπίλα μπορεί να μπερδέψει το μωρό, καθώς απαιτεί έναν διαφορετικό τρόπο για να την πιάσει το μωρό με το στόμα του και μπορεί άθελά του, όταν θηλάσει,να μου δημιουργήσει πληγές στο στήθος. Επίσης, εάν βάλω πιπίλα στο μωρό μπορεί να χάσω τα σημάδια της πείνας του και τελικά να θηλάζει λιγότερο. Αυτό με τη σειρά του θα επηρεάσει την παραγωγή μου. Επιπλέον, τα μωρά που παίρνουν πιπίλα έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να πάθουν μυκητίαση, η οποία μπορεί να μεταδοθεί στη θηλή μου και να πονάω πολύ. Ευχαριστούμε αλλά θα την αφήσουμε στην άκρη για την ώρα.

Δήλωση: “Μην αφήνεις το μωρό να αποκοιμιέται στο στήθος. Θα αποκτήσει κακές συνήθειες”.

Απάντηση: Είναι απολύτως φυσιολογικό και σωστό για τα μωρά να αποκοιμιούνται θηλάζοντας. Ειδικά στη φάση της εξερεύνησης, οι νυχτερινοί θηλασμοί μπορεί να είναι οι μόνες φορές που το μωρό μας θηλάζει σωστά. Επιτρέποντάς του να θηλάζει αυτές τις ώρες, που είναι περισσότερο συγκεντρωμένο στο θηλασμό και λιγότερο περίεργο για άλλα πράγματα, σιγουρευόμαστε ότι παίρνει αρκετό γάλα και ότι η παραγωγή μας παραμένει σταθερή.

Δήλωση: “Αν θηλάζεις συνέχεια δεν δίνεις στον πατέρα του μωρού την ευκαιρία να δεθεί με το παιδί του”.

Απάντηση: Τα παιδιά έχουν τη συνήθεια να μένουν στο σπίτι των γονιών τους περίπου για 20 χρόνια. Οπότε, οι μπαμπάδες θα έχουν σίγουρα την ευκαιρία να δεθούν με τα παιδιά τους αν το θέλουν. Εξάλλου, υπάρχουν κι άλλες δουλειές που μπορεί να κάνει ένας μπαμπάς με το μωρό του, πχ. να βγει μαζί του βόλτα, να το νανουρίσει, να του κάνει μπάνιο, να το αλλάξει, να κοιμηθεί μαζί του, κλπ. Τρόποι δηλαδή που είναι πολύ πιο αποδοτικοί στο να δεθεί ο μπαμπάς με το μωρό, από το να χώνει μέσα στο στόμα του μωρού μια πλαστική θηλή. Διαβάστε περισσότερα εδώ.

Δήλωση: “Το παιδί σου δεν θα γίνει ποτέ ανεξάρτητο αν θηλάζει τόσο καιρό”.

Απάντηση: Τα παιδιά που θηλάζουν γενικά είναι πολύ πιο ανεξάρτητα και επίσης, το πιο σημαντικό, περισσότερο ασφαλή μέσα στην ανεξαρτησία τους. Πιέζοντας ένα μωρό να αποθηλάσει πριν να είναι έτοιμο δεν θα κάνει απαραιτήτως το παιδί πιο ανεξάρτητο.

Δήλωση: “Θα είναι αδύνατον να του βάλεις πρόγραμμα”.

Απάντηση: Το πρόγραμμα λειτουργεί καλά μόνο όταν έρχεται με φυσικό τρόπο. Η σίτιση με πρόγραμμα είναι πολύ σκληρή για τα μωρά, των οποίων το γαστρεντερικό σύστημα δεν είναι προγραμματισμένο να δέχεται τροφή κάθε 4 ώρες, από την πρώτη μέρα. Το πρόγραμμα θα μπει σιγά-σιγά, καθώς το μωρό μεγαλώνει και ωριμάζει.

Δήλωση: “Θα πρέπει να σταματήσεις να θηλάζεις τώρα που το μωρό βγάζει δόντια”.

Απάντηση: Όταν το μωρό προσκολλάται στη θηλή σωστά, τα χείλη του είναι διπλωμένα προς τα έξω και τα ούλα του πολύ μακριά από τη θηλή, πάνω στην θηλαία άλω. Τα κάτω του δόντια καλύπτονται από τη γλώσσα του και δεν έρχονται σε επαφή με το στήθος της μητέρας καθόλου. Γι’ αυτούς του λόγους, ένα παιδί που θηλάζει σωστά δεν μπορεί να δαγκώσει.

Δήλωση: “Αφού μιλάει είναι πολύ μεγάλο πια για να θηλάζει”.

Απάντηση: Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ο θηλασμός μετά από κάποια συγκεκριμένη ηλικία είναι επικίνδυνος και αφύσικος. Στη κουλτούρα μας συνηθίζουμε να προβάλουμε τους περιορισμούς του φύλου μας, στο μωρό. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι τα φυσικά και ψυχικά οφέλη του θηλασμού δεν μειώνονται με το πέρασμα του χρόνου. Ο ΠΟΥ και η UNICEF συστήνουν το θηλασμό μέχρι την ηλικία των 2 ετών. Το γάλα μου ακόμα προσφέρει στο μωρό μου τις πιο σημαντικές πρωτεΐνες, αντισώματα και άλλους προστατευτικούς παράγοντες και θα εξακολουθήσει να είναι το ίδιο ωφέλιμο για όσο καιρό κι αν θηλάζω.
Κάποιοι από τους ανοσοποιητικούς παράγοντες στο μητρικό γάλα αυξάνονται σε συγκέντρωση κατά τη διάρκεια του δεύτερου χρόνου. Στην πραγματικότητα οι ανθρωπολόγοι θέτουν την ηλικία αποθηλασμού ανάμεσα στα 2,5 – 7 χρόνια.

Δήλωση: “Κλαίει γιατί πεινάει”.

Απάντηση: Η πείνα δεν είναι η πιο συνηθισμένη αιτία για να κλαίει ένα μωρό. Το μωρό μπορεί να κλαίει για χίλιους δυο διαφορετικούς λόγους και η πείνα είναι μόνο ένας από αυτούς. Για όποιο λόγο κι αν κλαίει το μωρό, το στήθος μου και ο θηλασμός είναι η λύση στο πρόβλημά του.

Δήλωση: «Είναι πολύ καλό που θέλεις να θηλάσεις, να θυμάσαι όμως ότι πολλές γυναίκες δεν τα καταφέρνουν τελικά».

Απάντηση: Σε πάρα πολλές, λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, η ιδέα του μη θηλασμού απλώς δεν υπάρχει. Θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε γιατί εμείς, που τα έχουμε όλα, δεν τα καταφέρνουμε τελικά….

Δήλωση: “Θέλω να ξέρω ακριβώς πόσο συχνά θηλάζει το μωρό και για πόση ώρα σε κάθε στήθος”.

Απάντηση: Αυτή η ερώτηση είναι να σαν να ρωτάτε κάποιον που έχει φαγούρα, πόσο φορές ξύθηκε. Θα προτιμούσα να μην μετατρέψω κάτι τόσο φυσικό, σε πρόγραμμα και πειθαρχία.

Δήλωση: “Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερο για σένα να δίνεις συμπλήρωμα μετά το θηλασμό, για να ξεκουραστείς λίγο”.

Απάντηση: Τι; Και να καταστρέψω το παρθένο έντερο του μωρού μου, καθώς επίσης και να διακινδυνεύσω την παραγωγή μου; Όχι ευχαριστώ. Εξάλλου, πώς ακριβώς θα ξεκουραστώ αν έχω να αποστειρώνω μπιμπερό και θηλές, να ετοιμάζω τη φόρμουλα και μετά να περιμένω να κρυώσει;

Δήλωση: “Δεν έχεις αρκετό γάλα και γι’ αυτό πρέπει να δώσεις συμπλήρωμα φόρμουλας”.

Απάντηση: Εάν η πείνα και η δίψα του μωρού μου ικανοποιηθούν με άλλα υγρά, θα θηλάζει λιγότερο. Κι αυτό θα κάνει την παραγωγή μου ακόμη λιγότερη. Εάν πράγματι το μωρό μου δεν παίρνει αρκετό βάρος, τότε είναι καλύτερα να κάνω αντλήσεις για να δίνω το δικό μου γάλα στο μωρό. Και επίσης, τι σας κάνει να πιστεύετε ότι δεν έχω αρκετό γάλα; Εάν μπορείτε να μου αποδείξετε ότι πράγματι η παραγωγή μου δεν είναι αρκετή, μήπως θα μπορούσατε να με παραπέμψετε σε κάποιον σύμβουλο θηλασμού και επίσης να μου συστήσετε κάποιο σύστημα συμπληρωματικής διατροφής;

Δήλωση: “Δεν υπάρχει καμιά θρεπτική αξία στο μητρικό γάλα μετά τους 6 μήνες”.

Απάντηση: Μετά τους 6 μήνες το μητρικό γάλα εξακολουθεί να περιέχει πρωτεΐνες, λίπη και άλλα θρεπτικά και ανοσολογικά στοιχεία τα οποία προστατεύουν το μωρό. Για την ακρίβεια, κάποιοι ανοσολογικοί παράγοντες στο μητρικό γάλα αυξάνονται όσο το παιδί μεγαλώνει. Επίσης, εάν το μωρό μου αρρωστήσει, το μητρικό γάλα είναι πιο εύπεπτο.

Δήλωση: “Το μητρικό γάλα δεν έχει αρκετό σίδηρο”.

Απάντηση: Οι αποθήκες σιδήρου δημιουργούνται κατά την εγκυμοσύνη και ο σίδηρος αυτός είναι αρκετός για τους πρώτους έξη μήνες της ζωής του μωρού. Αν και ο σίδηρος στο μητρικό γάλα είναι λιγοστός, απορροφάται καλύτερα από το μωρό. Τα μωρά που θηλάζουν απορροφούν περίπου το 50% του σιδήρου του μητρικού γάλακτος, ενώ τα μωρά που πίνουν φόρμουλα απορροφούν μόνο το 10% του σιδήρου που περιέχει η φόρμουλα. Επιπλέον, τα συμπληρώματα σιδήρου μπορεί να οδηγήσουν σε διάρροιες και να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξη του μωρού.

Δήλωση: “Πρέπει δώσεις στο μωρό στέρεες τροφές πριν τον 6ο μήνα, γιατί δεν παίρνει πια αρκετό βάρος”.

Απάντηση: Είναι γνωστό ότι τα μωρά που θηλάζουν, μετά από κάποιον μήνα, κερδίζουν λιγότερο από ότι προβλέπουν οι συμβατικές καμπύλες ανάπτυξης. Αλλά μέχρι τον 6ο μήνα ο θηλασμός προσφέρει στο μωρό μου την τέλεια τροφή με τις ευκολοχώνευτες πρωτεΐνες, λίπη και βιταμίνες που περιέχει το γάλα μου. Εάν αρχίσω στο μωρό μου στερεές τροφές νωρίς, η τροφή θα μειώσει την ποσότητα όλων αυτών των θρεπτικών συστατικών από το μητρικό γάλα που πίνει το μωρό. Επίσης, το να δώσω στο μωρό μου στέρεες τροφές πολύ νωρίς, δεν θα αυξήσει την συνολική ανάπτυξή του. Δείτε εδώ τα πρότυπα ανάπτυξης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τα αποκλειστικώς θηλάζοντα βρέφη.

Δήλωση: “Βγάλε γάλα με το θήλαστρο για να δούμε πόσο γάλα έχεις”.

Απάντηση: Το θήλαστρο δεν είναι ενδεικτικό της ποσότητας γάλακτος που παράγουμε. Οι περισσότερες μητέρες δεν βγάζουν αρκετό γάλα με την αντλία γιατί πρόκειται για ένα κρύο, σκληρό μηχάνημα που δεν μπορεί να δώσει το ερέθισμα που δίνει το ζεστό και απαλό στόμα του μωρού. Συνήθως οι μητέρες περνούν μισή ώρα αγκαλιά με το θήλαστρο για να βγάλουν 40-50ml γάλακτος, ενώ τα μωρά μπορούν να πιουν πολύ περισσότερη ποσότητα την ίδια ώρα.

Δήλωση: “Οι θηλές σου είναι ανεστραμμένες/επίπεδες και θα χρειαστείς ψευτοθηλή για να μπορέσεις να θηλάσεις”.

Απάντηση: Τα μωρά δεν θηλάζουν από την θηλή, θηλάζουν από το στήθος. Το σχήμα της θηλής δεν είναι και τόσο σημαντικό. Όσον αφορά το δικό μου μωρό, είναι τελείως απίθανο να θηλάσει από άλλες θηλές εκτός από τις δικές μου και για το συγκεκριμένο μωρό οι θηλές μου είναι τέλειες. Εάν θηλάζει σωστά και καλά, το μωρό μου μπορεί με το στόμα του να βγάλει προς τα έξω ακόμα και τις πιο επίπεδες ή/και ανεστραμμένες θηλές. Εάν χρησιμοποιήσω ψευτοθηλές το μωρό δεν θα μπορεί να πιάσει σωστά τη θηλαία άλω, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα με την παραγωγή μου και ακόμα χειρότερα προβλήματα με τις θηλές μου.

Δήλωση: “Ο θηλασμός των διδύμων είναι πάρα πολύ δύσκολος. Πάρε αυτή τη φόρμουλα”.

Απάντηση: Ο θηλασμός των διδύμων είναι πιο εύκολος από το να ταΐζεις δίδυμα με μπιμπερό. Η μητέρα χρειάζεται τέσσερα χέρια για να ταΐσει τα μωρά με το μπιμπερό ταυτόχρονα. Όμως αυτό δεν ισχύει για το θηλασμό. Επίσης, επειδή τα δίδυμα μωρά συνήθως γεννιούνται πρόωρα, ωφελούνται ιδιαίτερα από τα συστατικά του μητρικού γάλακτος.

Δήλωση: “Τα πρόωρα μωρά χρειάζεται να μάθουν το μπιμπερό πριν αρχίσουν να θηλάζουν”.

Απάντηση: Τα πρόωρα μωρά στρεσάρονται λιγότερο θηλάζοντας παρά πίνοντας από το μπιμπερό. Στην πραγματικότητα, το βάρος ή ηλικία γέννησης δεν παίζουν τόσο μεγάλο ρόλο όσο η ετοιμότητα του μωρού να θηλάσει. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να δοθεί στο μωρό μπιμπερό, όσο πρόωρο κι αν είναι. Εάν το συμπλήρωμα είναι τελείως απαραίτητο, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι σίτισης, εκτός από το μπιμπερό.

Δήλωση: “Δεν πρέπει να θηλάζεις δημοσίως. Μπορεί να φέρεις τους γύρω σου σε δύσκολη θέση”.

Απάντηση: Πολλοί άντρες είναι απλώς περίεργοι για το γυναικείο στήθος και το θηλασμό, καθώς η κοινωνία μας τον έχει μετατρέψει σε ταμπού. Ως γνωστόν, εάν κάνουμε ένα τατουάζ και το εκθέσουμε στον κόσμο, σταδιακά θα χάσει το ενδιαφέρον του. Παλιότερα ο γυναικείος αγκώνας ήταν φετίχ – σήμερα δεν προκαλεί κανένα ενδιαφέρον. Η κάλυψη κατά το θηλασμό τον κάνει να φαίνεται σαν κάτι απαγορευμένο – κάτι που προκαλεί το αίσθημα της περιέργειας.

Δήλωση: “Μη θηλάζεις δημοσίως, μπορεί να σε δουν τα παιδιά”.

Απάντηση: Σωστά, τα παιδιά μπορούν και πρέπει να με δουν. Όταν πηγαίνουμε τα παιδιά μας στο ζωολογικό κήπο ή σε μια φάρμα ή εάν έχουμε ζώα στο σπίτι μας, θα πρέπει να τους απαγορεύσουμε να βλέπουν τα ζώα αυτά να θηλάζουν για να μην τρομάξουν; Οι άνθρωποι είναι θηλαστικά. Ο δημόσιος θηλασμός είναι ένα από τα καλύτερα πράγματα που μπορεί να κάνει η κάθε μητέρα για την κοινωνία γενικά και για το παιδί της ειδικότερα. Όχι μόνο δίνουμε στα παιδιά μας το καλύτερο ξεκίνημα για τη ζωή, αλλά επίσης δίνουμε στα παιδιά των άλλων ανθρώπων την ευκαιρία να δουν την μητρότητα και το θηλασμό σαν κάτι φυσικό, υγιές και απολαυστικό.

Δήλωση: “Οι θηλάζουσες μητέρες επιδεικνύονται. Δεν μπορούν να θηλάσουν τα μωρά τους πριν βγουν απ’ το σπίτι;”.

Απάντηση: Τα μωρά που θηλάζουν δεν κοιτούν τα ρολόγια και δεν μπορούν να βάλουν πρόγραμμα στην πείνα ή την δίψα τους ανάλογα με το πρόγραμμα των γονιών τους.

Δήλωση: “Και γιατί δεν αντλούν γάλα και να το δώσουν με μπιμπερό όταν είναι έξω από το σπίτι;”

Γιατί η άντληση γάλακτος δεν είναι για όλες μια εύκολη υπόθεση και επίσης υπάρχει πάντα ο κίνδυνος τα μωρά να προτιμήσουν τα μπουκάλι τελικά. Επιπλέον, κάποιες μητέρες που έχουν κανονική παραγωγή γάλακτος δεν μπορούν να αντλήσουν γάλα, ακόμα και με τις πιο σύγχρονες αντλίες.

Δήλωση: “Από κάποιο σημείο και μετά, ο θηλασμός ωφελεί περισσότερο τη μητέρα παρά το παιδί”.

Απάντηση: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο θηλασμός προσφέρει ψυχικά και συναισθηματικά οφέλη τόσο στο παιδί, όσο και στη μητέρα. Το να συνεχίσουμε να θηλάζουμε ένα μεγαλύτερο παιδί ενώ το σιχαινόμαστε, είναι μαρτύριο και σίγουρα δεν βάζει τις σωστές βάσεις για μια καλή σχέση με το παιδί μας. Απ’ την άλλη, εάν δεν πρόσφερε τίποτα ο θηλασμός στο παιδί, απλώς δεν θα θήλαζε.

 

Ελπίζω να κάλυψα όλες τις δηλώσεις που ακούει συνεχώς από τους γύρω της κάθε γυναίκα που θηλάζει. Εάν κάποια μου έχει ξεφύγει, παρακαλώ γράψτε την στα σχόλια παρακάτω.

Επίσης, σας παρακαλώ μητέρες, ενημερωθείτε για τους κινδύνους της φόρμουλα καθώς και για τα άπειρα οφέλη του θηλασμού και σταματήστε να κατηγορείτε τις γυναίκες που προωθούν το θηλασμό ότι σας κάνουν να αισθάνεστε ένοχες. Επικεντρώστε το θυμό σας στις εταιρίες ξένου γάλακτος οι οποίες μας γεμίζουν με ψέματα και προς τους επαγγελματίες υγείας που υποτιμούν τις ικανότητές μας και τα ένστικτά μας.

Βίκυ Φαρδογιάννη – Πιστοποιημένη Σύμβουλος Θηλασμού IBCLC

Χημικά κατάλοιπα στο μητρικό γάλα

Δήλωση του IBFAN για τη βρεφική και παιδική διατροφή και τα χημικά κατάλοιπα 

Οι γονείς, οι φροντιστές παιδιών και οι επαγγελματίες υγείας ανησυχούν εύλογα για όλα τα προβλήματα που σχετίζονται με τη βρεφική και παιδική διατροφή σε έναν μολυσμένο κόσμο. Η επαναλαμβανόμενη αδυναμία των συστημάτων να προστατεύσουν την ασφάλεια των παιδικών τροφίμων και η παρουσία τοξικών ουσιών και χημικών καταλοίπων στα τρόφιμα μπορούν να έχουν βλαβερές συνέπειες για την υγεία των παιδιών.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι γονείς, οι φροντιστές και οι επαγγελματίες υγείας έχουν ανάγκη από αντικειμενική και ανεξάρτητη πληροφόρηση σχετικά με τους κινδύνους της περιβαλλοντικής ρύπανσης. Η Δήλωση του IBFAN του 2013 για τη Βρεφική και Παιδική Διατροφή και τα Χημικά Κατάλοιπα παρέχει αυτή την πληροφόρηση, βασιζόμενη σε σύγχρονα τεκμηριωμένα δεδομένα, αξιολογημένων επιστημονικών ερευνών.  

Βασικά σημεία:

  1. Εκτιμάται πως κάθε ανθρώπινος οργανισμός περιέχει ως και 200 τεχνητές χημικές ουσίες. Όλοι οι άνθρωποι και η άγρια χλωροπανίδα φέρουν αυτό το «σωματικό φορτίο» βιομηχανικών χημικών. Πρόκειται για ουσίες έμμονες, που συσσωρεύονται στους οργανισμούς, όσο μετακινούνται στα ανώτερα στρώματα της τροφικής αλυσίδας.
  2. Τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες φέρουν αυτό το σωματικό φορτίο, εξαιτίας της έκθεσης σε χημικές ουσίες. Πολλές από αυτές είναι λιποδιαλυτές, δηλαδή διαλύονται στο σωματικό λίπος, οπότε και τα επίπεδά τους μπορούν να μετρηθούν στους ιστούς και τα υγρά του σώματος: το αίμα, τον ορό, τα ούρα, το σπέρμα, το ανθρώπινο ομφαλοπλακουντιακό αίμα και το μητρικό γάλα.
  3. Η έρευνα δείχνει πως οι χημικές αυτές ουσίες μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τους ανθρώπους και τη χλωροπανίδα. Γνωρίζουμε πως ορισμένες από αυτές είναι καρκινογόνες, άλλες είναι νευροτοξικές, άλλες επιβαρύνουν το ανοσοποιητικό και το ενδοκρινικό σύστημα, σχετίζονται με την εμφάνιση χρόνιων ασθενειών και μπορούν να επηρεάσουν την αναπαραγωγική ικανότητα μεταξύ γενεών. Ωστόσο, γνωρίζουμε ελάχιστα για το πώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
  4. Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στις επιπτώσεις της έκθεσης σε χημικές ουσίες, καθώς βρίσκονται στα πιο ευαίσθητα στάδια της ανθρώπινης ανάπτυξης. Η ενδομήτρια έκθεση σε χημικά, όταν το έμβρυο βρίσκεται στη μήτρα της μητέρας του, μας ανησυχεί περισσότερο από ό,τι η μεταγεννητική έκθεση, όταν δηλαδή το βρέφος εκτίθεται μετά από τον τοκετό σε υπολείμματα χημικών που ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα ή σε ουσίες που ανιχνεύονται στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος και τα μπιμπερό.
  5. Το μητρικό γάλα περιέχει προστατευτικούς παράγοντες και βοηθά το παιδί να αναπτύξει ένα εύρωστο ανοσοποιητικό σύστημα. Ο μητρικός θηλασμός μπορεί να μετριάσει τις επιπτώσεις της ενδομήτριας έκθεσης σε χημικές ουσίες, ενώ η σίτιση με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος δεν παρέχει τέτοιου είδους προστασία ή άμβλυνση των επιπτώσεων.
  6. Η σίτιση με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος συνδέεται με έντονο αποτύπωμα άνθρακα και συμβάλλει σημαντικά στη μόλυνση του περιβάλλοντος από τέτοιες χημικές ουσίες. Οι νομοθέτες πρέπει να αφυπνιστούν, ώστε να συντάξουν νομοθεσία για τη μείωση των αποβλήτων και τη μόλυνση που επέρχεται από την παραγωγή, τη διανομή και τη διάθεση των μη βιοδιασπώμενων προϊόντων σίτισης με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος.
  7. Τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος πρώτης και δεύτερης βρεφικής ηλικίας, καθώς κι εκείνα που προορίζονται για νήπια, όλες οι βιομηχανοποιημένες βρεφικές τροφές, και πολύ περισσότερο οι βιομηχανοποιημένες τροφές για μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες, μπορεί να έχουν μολυνθεί – και μάλιστα συχνά σε υψηλότερες τιμές – από τα ίδια χημικά κατάλοιπα που ανιχνεύονται και στο μητρικό γάλα. Η έκθεση σε ορισμένες από αυτές τις ουσίες μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί μέσω των πολυανθρακικών πλαστικών μπιμπερό και κυπέλλων που χρησιμοποιούνται για τη χορήγηση αυτών των τροφίμων και ροφημάτων σε βρέφη και μικρά παιδιά ή μέσω της επιμόλυνσης των τροφίμων και των ροφημάτων από μπιμπερό σίτισης και την εσωτερική επίστρωση σε κονσέρβες και συσκευασίες τροφίμων.
  8. Τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος σε σκόνη είναι πιθανόν εγγενώς μολυσμένα με βακτήρια. Τα ανασυσταθέντα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος πρώτης βρεφικής ηλικίας έχουν πιθανόν μολυνθεί από διαφορετικά βακτήρια, μέσω της λανθασμένης προετοιμασίας, του χειρισμού και της αποθήκευσης. Για την αποφυγή βλαβών από τέτοιες μορφές επιμόλυνσης, είναι πολύ σημαντικό να ακολουθούνται πιστά οι συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) για την προετοιμασία των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος σε σκόνη για την πρώτη βρεφική ηλικία.
  9. Με εξαίρεση τα περιστατικά βιομηχανικών ατυχημάτων και ιδιαίτερα αυξημένων τιμών επικίνδυνων υπολειμμάτων έπειτα από βιομηχανικά ατυχήματα, ο IBFAN τονίζει τη σύσταση για την προστασία, την προώθηση και την υποστήριξη του μητρικού θηλασμού. Η σύσταση αυτή ισχύει, ακόμη κι όταν υπάρχουν ενδείξεις για την παρουσία χημικών ουσιών στο μητρικό γάλα, διότι τα οφέλη του μητρικού θηλασμού υπερτερούν σημαντικά οποιασδήποτε πιθανής βλάβης. Επιπλέον, ο IBFAN συστήνει να μην επηρεάζει η δημόσια συζήτηση για την ανίχνευση χημικών ουσιών στο μητρικό γάλα την απόφαση των μητέρων για το αν θα θηλάσουν ή όχι.
  10. Οι μέλλοντες γονείς και οι φροντιστές παιδιών πρέπει να ενημερώνονται για πρακτικούς τρόπους μείωσης της έκθεσης σε τοξικές χημικές ουσίες. Όλοι μας πρέπει να πρεσβεύουμε τη μείωση της ποσότητας χημικών ουσιών στο περιβάλλον μας και να αντιτασσόμαστε στο ισχυρό λόμπι της βιομηχανίας των πλαστικών και των χημικών.

Βασικά μηνύματα του IBFAN 

  • Ο θηλασμός είναι η φυσιολογική μέθοδος σίτισης για βρέφη και μικρά παιδιά. Οποιαδήποτε άλλη μορφή σίτισης είναι κατώτερη. Ο άμεσος (εντός μίας ώρας από τη γέννηση), αποκλειστικός (για έξι μήνες) και έπειτα συνεχιζόμενος (με επαρκείς και ασφαλείς συμπληρωματικές τροφές) θηλασμός για τουλάχιστον δύο χρόνια παρέχει τη βέλτιστη, μοναδική και απόλυτα ισορροπημένη διατροφή για το μωρό, ακόμη και σε ένα μολυσμένο περιβάλλον.
  • Ο θηλασμός ενέχει πολλά αναντικατάστατα οφέλη για την υγεία της μητέρας και του παιδιού, οικονομικά οφέλη για τις οικογένειες, τις κοινότητες, τις κοινωνίες και τα συστήματα υγείας και οικολογικά οφέλη για το περιβάλλον.
  • Οι έγκυες και οι θηλάζουσες μητέρες έχουν δικαίωμα σε πλήρη και αντικειμενική πληροφόρηση. Έτσι, θα μπορούν να είναι ενήμερες για τα προβλήματα που προκαλούνται από τους χημικούς ρύπους στα σωματικά υγρά τους, ενώ θα πρέπει να μάχονται, σε συνεργασία με ομάδες υποστήριξης του θηλασμού και του περιβάλλοντος, για τη μείωση των χημικών υπολειμμάτων στα τρόφιμα και το περιβάλλον.
  • Όλοι οι πολίτες θα πρέπει να συμμετέχουν στη διάδοση της γνώσης για τους κινδύνους της μόλυνσης του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων κι όσων προκαλούνται από τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, τη διατροφή με μπιμπερό και την αδικαιολόγητη χρήση βιομηχανοποιημένων βρεφικών τροφών, ενώ παράλληλα πρέπει να απαιτούν από τις κυβερνήσεις τους να ενεργούν κατά το μέγιστο δυνατό προς το συμφέρον τους.

Συγκριτικά με το 2000, οπότε και δημοσιεύτηκε η πρώτη Έκθεση του ΙΒFAN για το Θηλασμό και τις Διοξίνες, πλέον γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τα χημικά κατάλοιπα στο μητρικό γάλα, τα υποκατάστατα του μητρικού γάλακτος, τα μπιμπερό και τις βρεφικές τροφές. Κατά συνέπεια, το αντικείμενο αυτής της αναθεωρημένης δήλωσης διευρύνεται, ώστε να καλύψει κι άλλα χημικά κατάλοιπα που ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα, πέρα από τις διοξίνες. Καλύπτει επίσης και τις ουσίες που μπορούν να επιμολύνουν τα υποκατάστατα του μητρικού γάλακτος και τις βρεφικές τροφές, καθώς κι εκείνες που ανιχνεύονται στα μπιμπερό και τις θηλές τους.

Η περαιτέρω έρευνα έχει αναδείξει την πιθανότητα βλαβών εξαιτίας της έκθεσης σε χημικές ουσίες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, σε μια περίοδο όπου οι ιστοί και τα όργανα του αγέννητου παιδιού αναπτύσσονται ραγδαία. Πλέον γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τις ωφέλιμες συνέπειες του μητρικού θηλασμού και το ρόλο του στην άμβλυνση των επιπτώσεων της ενδομήτριας έκθεσης σε χημικές ουσίες. Αντίστροφα, γνωρίζουμε καλύτερα τους κινδύνους των μολυσμένων υποκατάστατων μητρικού γάλακτος και των προϊόντων βρεφικής διατροφής, καθώς είναι γεγονός ότι η σίτιση με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος δεν παρέχει κάποια προστασία στα βρέφη που έχουν εκτεθεί σε χημικές ουσίες κατά την ενδομήτρια ζωή. (1,2)

Οι πιθανές βλάβες για τη σημερινή γενιά μητέρων και παιδιών, από την έκθεση σε βιομηχανικές χημικές ουσίες, δεν αποτελούν το μόνο παράγοντα που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αναθεώρηση της Έκθεσης του IBFAN του 2000. Πρέπει επίσης να εξετάσουμε το οικολογικό αποτύπωμα και τις επιπτώσεις της χρήσης υποκατάστατων μητρικού γάλακτος για τις μέλλουσες γενιές. Αυτές οι επιπτώσεις θα επιδεινωθούν, αν αποθαρρύνεται ο μητρικός θηλασμός, εξαιτίας της ανίχνευσης χημικών ουσιών στο μητρικό γάλα. Παράλληλα, δεν πρέπει να εξετάσουμε μόνο την άμεση – πρώιμη ή όψιμη – τοξική δράση όλων αυτών των συστατικών. Πρέπει να σημειώσουμε και την πιο δυσδιάκριτη δράση τους, ως χημικών ουσιών που διαταράσσουν το ενδοκρινικό σύστημα, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο μιμούνται τα οιστρογόνα. Πρέπει να εξετάσουμε τις πιθανές συνέπειες των ενδοκρινικών διαταρακτών στις μέλλουσες γενιές και στην εξέλιξή μας ως είδους. Κι αυτό που έχει περισσότερη σημασία είναι πως πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι το φορτίο της χημικής μόλυνσης στον πλανήτη μας, όπως αυτό καταδεικνύεται από την παρουσία υπολειμμάτων στο μητρικό γάλα, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, μεταφέρεται ραγδαία από πληθυσμούς υψηλού εισοδήματος προς εκείνους με χαμηλότερο εισόδημα. Αυτό οφείλεται σε δύο αλληλένδετους παράγοντες: την ανακατανομή της βιομηχανίας και την ελλιπή περιβαλλοντική νομοθεσία στις νέες χώρες εγκατάστασης βιομηχανιών.

Όλα τα χημικά κατάλοιπα που ανιχνεύονται στο ανθρώπινο είδος και στην άγρια χλωροπανίδα αποτελούν ξενοβιοτικές ουσίες (3), οι οποίες κατασκευάζονται από τη βιομηχανία, ή ρύποι που διασπείρονται στη βιόσφαιρα και τις τροφικές αλυσίδες. Αυτά τα χημικά απαρτίζουν το «σωματικό φορτίο» που ανιχνεύεται σε όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο στο μητρικό γάλα, το οποίο χρησιμοποιείται συνήθως για τη μέτρηση του «σωματικού φορτίου» στο ανθρώπινο είδος. Μερικά από αυτά τα τεχνητά χημικά είναι προϊόντα που προορίζονται για διαφορετικές χρήσεις: χημικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται στη γεωργία (π.χ. εντομοκτόνα, λιπάσματα) ή στις βιομηχανίες και βιοτεχνίες (π.χ. συσκευασίες τροφίμων, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές), συντελεστές σε άλλες χημικές διεργασίες (π.χ. παραγωγή χρωμάτων, πρόσθετα και συντηρητικά τροφίμων), συστατικά και πρόσθετα άλλων προϊόντων (π.χ. βενζίνη, καύσιμα πυραύλων, καθαριστικά υγρά, καλλυντικά). Μερικά άλλα είναι ακούσια παραπροϊόντα κάποιων βιομηχανικών διαδικασιών: οι διοξίνες και τα φουράνια, για παράδειγμα, αποτελούν παραπροϊόντα διαφόρων διεργασιών υψηλής θερμοκρασίας που εφαρμόζονται κατά την παραγωγή χάλυβα ή τσιμέντου ή κατά την καύση απορριμμάτων. Οι περισσότερες από αυτές τις χημικές ουσίες καταλήγουν στην τροφική αλυσίδα κι έτσι αφομοιώνονται από τους ανθρώπους. Μπορούν επίσης να απορροφηθούν από το δέρμα και το αναπνευστικό σύστημα. Ανιχνεύονται στο αίμα και σε διάφορους ιστούς του σώματος, συμπεριλαμβανομένου του ομφαλοπλακουντιακού αίματος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα, όταν μολύνουν τα βλαστικά κύτταρα, από τα οποία προκύπτουν τα σπερματοζωάρια και τα ωάρια, επηρεάζοντας έτσι την αναπαραγωγή και την υγεία των μελλοντικών γενεών. Μερικές από αυτές τις τοξικές ουσίες, μεταξύ των οποίων και οι διοξίνες, έχουν την τάση να συγκεντρώνονται στο σωματικό λίπος και παρουσιάζουν υψηλή υπολειμματική δράση στο σώμα μας και στο περιβάλλον, καθώς είναι πιθανό να μην αποβάλλονται για αρκετές δεκαετίες.

Το μητρικό γάλα αναφέρεται μερικές φορές ως πηγή διοξινών και άλλων χημικών υπολειμμάτων. Αυτό οφείλεται στο ότι το μητρικό γάλα περιέχει υψηλό ποσοστό λίπους και στο ότι οι λιποδιαλυτοί ρύποι ανιχνεύονται σχετικά εύκολα σε αυτό. Δεν οφείλεται στο ότι το μητρικό γάλα είναι πιο μολυσμένο σε σχέση με άλλα μέρη του σώματος ή στο ότι τα κατάλοιπα στο μητρικό γάλα προκαλούν μεγαλύτερη βλάβη, από εκείνα που ανιχνεύονται σε άλλα μέρη του σώματος. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι η έκθεση στα χημικά κατάλοιπα μέσω του πλακούντα είναι πολύ πιο επικίνδυνη για την υγεία του νεογνού από την έκθεση μέσω του μητρικού γάλακτος. Για παράδειγμα, η αυξημένη μόλυνση από φυτοφάρμακα, πολυχλωριούχα διφαινύλια (PCB) ή διοξίνες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να βλάψει την εμβρυική (4) και παιδική ανάπτυξη και να διαταράξει την ομαλή ανάπτυξη πολλών ιστών και οργάνων, κυρίως του ψυχονευροενδοκρινικού και του ανοσοποιητικού συστήματος. Εντούτοις, έχει αποδειχτεί πως ο μητρικός θηλασμός μετριάζει ή ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις μερικών βλαβών που προκαλούνται από την έκθεση σε αυτές τις ουσίες κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ζωής. Η διατροφή με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος δεν έχει προστατευτική ή μειωτική δράση. Αντίθετα, ο μητρικός θηλασμός αποδεδειγμένα μετριάζει ή ελαχιστοποιεί τις συνέπειες μερικών βλαβών που προκαλούνται από την έκθεση σ’ αυτές τις ουσίες κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ζωής. Ο θηλασμός, ακόμη και σε ένα μολυσμένο περιβάλλον και μετά από διόρθωση ως προς διάφορα επίπεδα έκθεσης σε χημικές ουσίες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, έχει μία τόσο θετική επίπτωση στη σίτιση, την υγεία και την εξέλιξη των παιδιών, ώστε οι περισσότεροι επαγγελματίες υγείας να συστήνουν την προστασία, την προώθηση και την υποστήριξή του.

Ο IBFAN ενστερνίζεται τις διεθνείς συστάσεις για την υγεία 

Με εξαίρεση τα περιστατικά βιομηχανικών ατυχημάτων και υπερβολικά υψηλών επιπέδων επικίνδυνων υπολειμμάτων μετά από βιομηχανικά ατυχήματα, ο IBFAN υποστηρίζει πλήρως τη σύσταση για την προστασία, προώθηση και υποστήριξη του μητρικού θηλασμού, ακόμη κι όταν αποδεδειγμένα υπάρχουν χημικά κατάλοιπα στο μητρικό γάλα, καθώς τα οφέλη του μητρικού θηλασμού υπερτερούν κατά πολύ οποιασδήποτε πιθανής βλάβης. Επιπλέον, ο IBFAN συστήνει και προειδοποιεί ότι η δημόσια συζήτηση για την ανίχνευση χημικών ουσιών στο μητρικό γάλα δεν θα πρέπει να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την απόφαση μιας μητέρας να θηλάσει. Εντούτοις, ο IBFAN ενθαρρύνει την τακτική βιολογική παρακολούθηση του μητρικού γάλακτος και άλλων σωματικών ιστών σε χώρες και περιοχές που έχουν υποστεί περιβαλλοντική μόλυνση από τέτοιες ουσίες, ενώ οι μητέρες κι ο ευρύτερος πληθυσμός πρέπει να ενημερώνεται με διαφανείς διαδικασίες για τα ευρήματα τέτοιων μελετών. Η διαδικασία αυτή θα βοηθήσει στην επιβολή αυστηρότερων κανονισμών για την προστασία του περιβάλλοντος και του μητρικού θηλασμού, ωφελώντας τελικά το σύνολο του πληθυσμού, κι όχι μόνο τις μητέρες και τα παιδιά.

Τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος πρώτης και δεύτερης βρεφικής ηλικίας και νηπίων, καθώς και όλα τα είδη βιομηχανοποιημένων βρεφικών τροφών, και πολύ περισσότερο οι βιομηχανοποιημένες τροφές για μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες, είναι πιθανό να είναι μολυσμένα από τα ίδια χημικά κατάλοιπα που ανιχνεύονται και στο μητρικό γάλα, και συχνά σε υψηλότερα επίπεδα. Η έκθεση σε μερικές από αυτές τις ουσίες μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω των πολυανθρακικών πλαστικών μπιμπερό και ποτηριών που χρησιμοποιούνται για τη χορήγηση αυτών των τροφών και ροφημάτων σε βρέφη και μικρά παιδιά ή με τη μεταφορά τους σε τροφές και ποτά από την εσωτερική επίστρωση σε μπιμπερό, κονσέρβες και συσκευασίες τροφίμων. Επιπλέον, η μαζική παραγωγή υποκατάστατων μητρικού γάλακτος και βρεφικών τροφών συντελεί στην περιβαλλοντική ρύπανση μέσω:

  • Της επιφάνειας της γης, του όγκου του νερού και της ποσότητας λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και αποβλήτων που χρησιμοποιούνται και παράγονται (συχνά μετά από την καταστροφή δασικών εκτάσεων) για την εκτροφή και σίτιση αγελάδων και από τη γαλακτοβιομηχανία
  • Της ποσότητας σε χαρτί, πλαστικά υλικά, γυαλί, καουτσούκ και πρώτες ύλες, που απαιτούνται για τη συσκευασία και τη διάθεσή τους στις αγορές.
  • Του όγκου του νερού, των χημικών διεργασιών και της ενέργειας που απαιτούνται για την παραγωγή και μεταφορά τους.
  • Του όγκου του νερού, των υλικών, των εργαλείων, των χημικών και της ενέργειας που απαιτούνται για την κατ’ οίκον προετοιμασία και χορήγησή τους σε βρέφη και μικρά παιδιά.
  • Του όγκου των μη βιοδιασπώμενων αποβλήτων, των οποίων η διάθεση συχνά συνίσταται στην απλή απόρριψή τους σε χωματερές ή χώρους υγειονομικής ταφής, την απλή καύση ή αποτέφρωσή τους ή (ελπίζουμε) την ανακύκλωσή τους, όπου αυτό είναι εφικτό.

Όλα αυτά συνιστούν περιττή χρήση περιορισμένων πόρων, η οποία συντελεί στην ενίσχυση του αποτυπώματός μας σε γη, υδάτινους πόρους, πρώτες ύλες και άνθρακα, με τις γνωστές συνέπειες στην υπερθέρμανση του πλανήτη, την κλιματική αλλαγή, τη γεωργία, την ασφάλεια των τροφίμων, τη διατροφή και την υγεία. Επιπλέον, η ειρωνία είναι πως, με δεδομένο ότι κάποιες από αυτές τις διαδικασίες εκπέμπουν επιβλαβείς ουσίες στο περιβάλλον, η ενδεχόμενη απόφαση να μη θηλάσει μια γυναίκα, εξαιτίας των χημικών στο μητρικό γάλα, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων αυτών των ουσιών στο περιβάλλον.

Η έκκληση του IBFAN για δράση

Ο IBFAN καλεί επειγόντως τους ιθύνοντες στη βιομηχανία και την πολιτική να υιοθετήσουν πρωτοβουλίες φιλικές προς το περιβάλλον για την παραγωγή και τη διάθεση απορριμμάτων, να προάγουν την ενημέρωση για τους οικολογικούς κινδύνους και να δημιουργήσουν το κατάλληλο νομικό πλαίσιο, ώστε να αποτρέψουν την επιβλαβή μόλυνση του περιβάλλοντός μας και να προστατεύσουν την υγεία των παιδιών μας, τόσο των τωρινών όσο και των μελλοντικών γενεών. Ελπίζουμε πως η παγκόσμια εφαρμογή της Συνθήκης της Στοκχόλμης περί Έμμονων Οργανικών Ρύπων, η οποία απαγορεύει την παραγωγή και χρήση διάφορων ιδιαίτερα επίμονων και τοξικών χημικών ουσιών, θα οδηγήσει σε έναν κόσμο χωρίς χημικά κατάλοιπα. Ο αριθμός των απαγορευμένων ουσιών ανερχόταν αρχικά σε 12, αλλά ανασκοπείται σε τακτά χρονικά διαστήματα, όταν υπάρχουν ενδείξεις βλαβών. Ο αυστηρός έλεγχος που εφαρμόζεται από ορισμένες χώρες στην εκπομπή χημικών ρύπων στον αέρα, το έδαφος και το νερό έχει οδηγήσει σε μια προοδευτική μείωση του περιβαλλοντικού τους φορτίου, όπως αναφέρει η τελευταία έρευνα που συντονίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) και το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP). Αυτή η μείωση, η οποία στοχεύει σε ένα περιβάλλον – και κατά συνέπεια και σε μητρικό γάλα – πλήρως απαλλαγμένο από χημικά κατάλοιπα, είναι εφικτή και σε χώρες που εκβιομηχανίστηκαν πρόσφατα, εάν η πίεση από τους πολίτες, τις γυναίκες και τις μητέρες στην πρώτη γραμμή αποτελέσει το κίνητρο για κατάλληλες πολιτικές δεσμεύσεις.

«Με δεδομένο ότι ο μητρικός θηλασμός μειώνει την παιδική θνησιμότητα και ενέχει οφέλη που εκτείνονται μέχρι την ενηλικίωση, έχει γίνει κάθε προσπάθεια για την προστασία, προώθηση και στήριξη του μητρικού θηλασμού στο πλαίσιο αυτών των μελετών. (….) Παρότι το μητρικό γάλα παραμένει η καλύτερη τροφή για τα βρέφη, έχει επηρεαστεί ακούσια από ανεπιθύμητες χημικές ουσίες από το περιβάλλον μας, ως αποτέλεσμα του ότι καταναλώνουμε τροφές και ποτά και ζούμε σε έναν τεχνολογικά προηγμένο κόσμο. Εντούτοις, μόνο η παρουσία μιας περιβαλλοντικής χημικής ουσίας στο ανθρώπινο γάλα δεν υποδεικνύει απαραίτητα κάποιο σοβαρό κίνδυνο για την υγεία των βρεφών που τρέφονται αποκλειστικά με μητρικό γάλα. Είναι ελάχιστες, ίσως και ανύπαρκτες, οι επιπτώσεις που έχουν καταγραφεί ως αποκλειστικά συνδεδεμένες με την κατανάλωση μητρικού γάλακτος που περιέχει συσσωρευμένα υψηλά επίπεδα περιβαλλοντικών χημικών ουσιών, και καμία από αυτές δεν έχει αποδειχτεί κλινικά ή επιδημιολογικά. Μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις εξαιρετικά υψηλών επιπέδων μόλυνσης έχουν υπάρξει επιπτώσεις από την κατανάλωση μητρικού γάλακτος. Αντιθέτως, οι επιδημιολογικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι το μητρικό γάλα και ο μητρικός θηλασμός παρέχουν σημαντικά και μετρήσιμα οφέλη στην υγεία των παιδιών και των μητέρων που θηλάζουν (5,6)“.

[1] Ο IΒFAN είναι ένα παγκόσμιο δίκτυο που αποτελείται από περισσότερες από 250 ομάδες επαγγελματιών υγείας και καταναλωτών σε περισσότερες από 168 χώρες. Σκοπός του είναι η προστασία, προώθηση και υποστήριξη του μητρικού θηλασμού, η παρακολούθηση της κατάλληλης προώθησης και διανομής των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος και συμπληρωματικών τροφών και η προώθηση και υποστήριξη χρονικά κατάλληλων συμπληρωματικών πρακτικών σίτισης, χρησιμοποιώντας επαρκείς τροφές των τοπικών κοινωνιών.

[2] Το Παράρτημα 1 καταγράφει, μεμονωμένα ή σε ομάδες, τα χημικά κατάλοιπα που καλύπτονται από αυτή την Έκθεση και παρέχει μερικές πληροφορίες για κάθε ένα από αυτά. Το Παράρτημα 2 καταγράφει όλα τα έγγραφα που ελήφθησαν υπόψη για τη σύνταξη αυτής της Έκθεσης.

(3) Ξενοβιοτικά λέγονται οι χημικές ουσίες που ανιχνεύονται σε έναν οργανισμό, αλλά δεν παράγονται συνήθως από αυτόν ή δεν είναι φυσιολογικό να ανιχνεύονται σε αυτόν ή που ανιχνεύονται σε συγκεντρώσεις πολύ υψηλότερες από ό,τι οι συνηθισμένες.

[4] Η εμβρυϊκή ανάπτυξη είναι εκείνη που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης του αγέννητου παιδιού στη μήτρα.

[5] Fourth WHO-Coordinated Survey of Human Milk for Persistent Organic Pollutants with UNEP. Guidelines for Developing a National Protocol. Revised 1 October 2007

[6] Για ανασκόπηση σχετικών μελετών βλ. Cattaneo A, Lehners M. Letter published in Environmental Health Perspectives, September 2004: http://www.ibfan.org/prents_corner-residues-more-letter.html

Παράρτημα 1

 

Σημείωση: Ο κατάλογος των χημικών υπολειμμάτων ή των οικογενειών χημικών υπολειμμάτων του παραρτήματος αυτού δεν είναι πλήρης, καθώς αποφασίσαμε να εξετάσουμε μόνο τις ουσίες, για τις οποίες υπάρχει πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό και που αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος σημαντικών πολιτικών και κανονισμών σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιπρόσθετα, το παράρτημα αυτό αναφέρει μόνο δεδομένα που κρίθηκαν ως σχετικά με τους σκοπούς του παρόντος εγγράφου. Για περισσότερες λεπτομέρειες για τις ουσίες που περιλαμβάνονται ή δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα αυτό, οι αναγνώστες καλούνται να μελετήσουν τα άρθρα που απαριθμούνται στο Παράρτημα 2 ή να συμβουλευτούν άλλα άρθρα και έγγραφα.

Βενζο[a]πυρένιο και Πολυκυκλικοί Αρωματικοί Υδρογονάνθρακες (PAH)

Όπως το βενζόλιο, το τολουόλιο, το ναφθαλένιο και πολλές άλλες ενώσεις, το βενζο[a]πυρένιο ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των λεγόμενων πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (PAH). Οι μεταβολίτες του προκαλούν μεταλλάξεις και είναι εξαιρετικά καρκινογόνοι, ενώ το ίδιο ταξινομείται ως καρκινογόνος ουσία Κατηγορίας 1 από τονIARC. Η ένωση ανήκει στην κατηγορία των βενζοπυρένιων, σχηματίζεται από τη συγκόλληση ενός δακτυλίου βενζολίου σε πυρένιο και είναι αποτέλεσμα ατελούς καύσης σε θερμοκρασίες μεταξύ 300 ºC (527 ºF) και 600 ºC (1.112 °F).

Οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH) αποτελούν παραπροϊόν της ατελούς καύσης ή της κατάκαυσης οργανικών ουσιών, όπως τα τσιγάρα, η βενζίνη, το ξύλο, τα τρόφιμα, τα απορρίμματα. Έτσι, ανιχνεύονται στον καπνό των τσιγάρων, σε τροφές που ψήνονται στο γκριλ ή στη σχάρα, στα αέρια των εξατμίσεων, στις αναθυμιάσεις από την καύση ξύλου ή την αποτέφρωση απορριμμάτων και ως παραπροϊόντα πολλών βιομηχανικών διεργασιών (κλίβανοι λιθάνθρακα, μονάδες επεξεργασίας μετάλλων). Οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες ανιχνεύονται κυρίως στον αέρα, αλλά βρίσκονται και σε ορισμένα τρόφιμα και πηγές ύδρευσης. Συνεπώς, απορροφώνται κυρίως από τον αέρα, αλλά και μέσω της επαφής με το δέρμα και της κατανάλωσης μολυσμένων τροφίμων. Πολλοί από αυτούς συνδέονται με βλάβες στο μυελό των οστών, μεταβολές των κυττάρων του αίματος, αλλαγές στο σπέρμα, αναπτυξιακές ανωμαλίες (υπολειπόμενη εμβρυϊκή ανάπτυξη, μεταβολές στην παραγωγή του εμβρυϊκού αίματος, καθυστερημένη οστεοποίηση), μεταβολές του ανοσοποιητικού συστήματος και καρκίνο (λευχαιμία). Τα βρέφη μπορεί να εκτεθούν ενδομήτρια μέσω του πλακούντα, ενώ κατά την μεταγεννητική περίοδο από το μητρικό γάλα, τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος και τις βιομηχανοποιημένες βρεφικές τροφές. Η ποσότητα των υδρογονανθράκων αυτών που ανιχνεύεται στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος και στις βρεφικές τροφές (και είναι σχεδόν πάντα χαμηλότερη των ορίων που θεωρούνται ως επικίνδυνα από τις υγειονομικές αρχές) είναι παρόμοια ή ως και 2-3 φορές υψηλότερη από εκείνη που ανιχνεύεται στο μητρικό γάλα. Έτσι, το μητρικό γάλα κρίνεται ως ασφαλέστερο.

Το Βενζόλιο ανιχνεύεται επίσης στους ατμούς της βενζίνης και τις αναθυμιάσεις των εξατμίσεων, σε χώρες όπου δεν επιβάλλεται δια νόμου η χαμηλή περιεκτικότητα της βενζίνης σε αυτό. Είναι ένας διαβόητος παράγοντας βλαβών του μυελού των οστών: πολλά επιδημιολογικά, κλινικά και εργαστηριακά δεδομένα συνδέουν το βενζόλιο με απλαστική αναιμία, οξεία και χρόνια λευχαιμία, διαταραχές του μυελού των οστών, μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (MDS).

Ενδοκρινικοί διαταράκτες

Πολλές από τις χημικές ουσίες αυτού του παραρτήματος δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Αυτό σημαίνει πως διαταράσσουν το ενδοκρινικό σύστημα και την επίδραση των ορμονών που ευθύνονται για την ανάπτυξη, τη συμπεριφορά, τη γονιμότητα και τη διατήρηση του φυσιολογικού κυτταρικού μεταβολισμού. Η έκθεση σε ενδοκρινικούς διαταράκτες έχει επιπτώσεις σε όλους τους ανθρώπινους (και ζωικούς) ιστούς που ρυθμίζονται από ορμόνες. Είναι πιθανό να επηρεάσουν το αναπαραγωγικό σύστημα αρρένων και θηλέων, με αρρενοποίηση των θηλέων και εκθήλυνση των αρρένων, αλλά και μεταβολές της ήβης, των έμμηνων ρήσεων και της γονιμότητας. Η έκθεση σε ενδοκρινικούς διαταράκτες έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στα αναπαραγωγικά όργανα και σε όσα σχετίζονται με αυτά (π.χ. όρχεις, ωοθήκες, στήθος, προστάτης), καθώς και με την εμφάνιση παχυσαρκίας και άλλων τέτοιων διαταραχών αργότερα. Είναι επίσης πιθανό να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και να προκαλέσουν γνωστικές και μαθησιακές αναπηρίες, καθώς και συγγενείς ανωμαλίες. Τέλος, είναι πιθανό να δράσουν στα βλαστικά κύτταρα που αναπτύσσονται σε σπερματοζωάρια και ωάρια, μεταλλάσσοντας τοDNAτους και επηρεάζοντας έτσι τις μελλοντικές γενιές. Όσο μικρότερη η ηλικία έκθεσης του ανθρώπου, τόσο πιο πιθανές και σοβαρές οι βλάβες. Έτσι, η ενδομήτρια ζωή αποτελεί την πιο ευαίσθητη περίοδο, ακολουθούμενη από τη βρεφική και την παιδική ηλικία. Σε αντίθεση με άλλες τοξικές ουσίες, η επίδραση των ενδοκρινικών διαταρακτών δεν εξαρτάται από την ποσότητα της έκθεσης. Ακόμη και χαμηλά επίπεδα μόλυνσης μπορούν να διαταράξουν το ενδοκρινικό μας σύστημα, μέσω της καταστολής, της μίμησης ή της μεταβολής της λειτουργίας των ορμονών μας, κι ακόμη περισσότερο την εμβρυϊκή ανάπτυξη.

Διοξίνες και φουράνια

Οι διοξίνες και τα φουράνια συγκαταλέγονται στις πιο γνωστές τοξικές ενώσεις (μετρώνται σε πικογραμμάρια, ένα τρισεκατομμυριοστό του γραμμαρίου) και ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσουμε τις ουσίες αυτές είναι να προλάβουμε την παραγωγή τους. Η οξεία τοξίκωση μπορεί να επιφέρει το θάνατο και να προκαλέσει συγγενείς ανωμαλίες και σοβαρές βλάβες σε πολλούς ιστούς και όργανα, όπως φάνηκε κατά τον Πόλεμο του Βιετνάμ και έπειτα από βιομηχανικά ατυχήματα στην Ιταλία και την Ιαπωνία. Η χρόνια έκθεση στις ουσίες αυτές συνδέεται με πιο αυξημένη επίπτωση πολλών ειδών καρκίνου, με συγγενείς ανωμαλίες και διαταραχές της νοητικής και νευρολογικής ανάπτυξης. Πέρα από τις επιπτώσεις αυτές, οι διοξίνες και τα φουράνια δρουν και ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Αυτές οι δύο κατηγορίες χημικών ουσιών δεν παράγονται αυτούσιες, αλλά προκύπτουν ακούσια σε πολύ μικρές αλλά εξαιρετικά επικίνδυνες ποσότητες στις περισσότερες διεργασίες καύσης (π.χ. σε χυτήρια, κατά την αποτέφρωση και την καύση απορριμμάτων χλωριωμένων ουσιών και πλαστικών, στη βιομηχανία του πετρελαίου ή των πλαστικών) και σε λίγες χημικές διεργασίες (π.χ. κατά την παραγωγή εντομοκτόνων και ζιζανιοκτόνων, καθώς και κατά τη λεύκανση του ξυλοπολτού με χλώριο) και στη συνέχεια εκλύονται στην ατμόσφαιρα. Από εκεί, με τη βοήθεια του ανέμου, μπορούν να μεταφερθούν για μικρές ή μεγάλες αποστάσεις και να εναποτεθούν στο έδαφος ή το νερό, όπου συσσωρεύονται και εμμένουν σε βάθος χρόνου. Τότε αφομοιώνονται από τα φυτά και τα ζώα, καταλήγοντας έτσι σε βρώσιμα προϊόντα, ιδιαίτερα εκείνα με αυξημένο ποσοστό λίπους (π.χ. κάποιες θαλάσσιες τροφές, το γάλα και το τυρί). Οι διοξίνες και τα φουράνια εισέρχονται στον ανθρώπινο οργανισμό κυρίως μέσω της τροφικής αλυσίδας (σε ποσοστό 90-95%), αλλά και μέσω του αέρα (σε ποσοστό 5-10%) και μέσω της επαφής με το δέρμα, ιδιαίτερα στο πλαίσιο έκθεσης στον εργασιακό χώρο. Οι μητέρες μεταφέρουν τις ουσίες αυτές στα έμβρυα και τα βρέφη τους, μέσω του ομφαλοπλακουντιακού αίματος και του μητρικού γάλακτος. Οι διοξίνες και τα φουράνια έχουν επίσης ανιχνευτεί και στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, αλλά σε συγκεντρώσεις χαμηλότερες από εκείνες του μητρικού γάλακτος, διότι το αγελαδινό γάλα – το κύριο συστατικό των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος – είναι συνήθως λιγότερο μολυσμένο από το μητρικό, καθώς οι αγελάδες είναι φυτοφάγες και βρίσκονται χαμηλότερα στην τροφική αλυσίδα. Ωστόσο, η αντικατάσταση του μητρικού γάλακτος με αγελαδινό δεν έχει νόημα: πρώτον, η έρευνα έχει αποδείξει πως – έπειτα από διόρθωση ως προς την προγεννητική έκθεση – τα βρέφη που τρέφονται με μητρικό γάλα που περιέχει διοξίνες αναπτύσσονται εντούτοις καλύτερα από εκείνα που τρέφονται με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος. Δεύτερον, τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος και η σίτιση με μπιμπερό δημιουργούν απορρίμματα, τα οποία στη συνέχεια καίγονται ή αποτεφρώνονται, εκλύοντας έτσι περισσότερες διοξίνες και συντηρώνοντας τον κύκλο της τοξικότητας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονίσουμε πως τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, τα επίπεδα διοξινών στο περιβάλλον και στα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων και του μητρικού γάλακτος και των υποκαταστάτων αυτού, έχουν μειωθεί, τουλάχιστον στις χώρες που εφαρμόζουν τους αυστηρούς βιομηχανικούς κανόνες της Σύμβασης της Στοκχόλμης περί Έμμονων Οργανικών Ρύπων (POP), επιβεβαιώνοντας έτσι πως η λύση δεν έγκειται στην αντικατάσταση του μητρικού γάλακτος, αλλά στην πρόληψη της έκλυσης διοξινών.

Πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB)

Τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB) χρησιμοποιούνταν ευρέως σε ηλεκτρικές συσκευές, πριν απαγορευτεί η παραγωγή τους από το αμερικανικό Κογκρέσο το 1979 και τη Σύμβαση της Στοκχόλμης περί Έμμονων Οργανικών Ρύπων (POP) το 2001. Ωστόσο, λόγω της μακροχρόνιας ανθεκτικότητάς τους και ως αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης διάθεσής τους, οι ουσίες αυτές υπάρχουν ακόμη στο περιβάλλον, μπορούν να εισέλθουν στην τροφική αλυσίδα και για το λόγο αυτό ανιχνεύονται ακόμη στο ομφαλοπλακουντιακό αίμα και το μητρικό γάλα, προερχόμενες κυρίως από την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων ζωικής κυρίως προέλευσης. Τα PCB δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Η έκθεση σε αυτά κατά την ενδομήτρια ζωή και μετά από τον τοκετό μπορεί να επιφέρει χαμηλό βάρος γέννησης και συνδέεται με νευρολογικές και αναπτυξιακές διαταραχές (π.χ. χαμηλότερο δείκτη ευφυΐας, διαταραχές συμπεριφοράς, διαταραχές της μνήμης) και με ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού. Οι ουσίες αυτές ανιχνεύονται και στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος – ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως τα λεγόμενα υποαλλεργικά υποκατάστατα –και στις βρεφικές τροφές, αλλά σε συγκεντρώσεις χαμηλότερες από εκείνες που έχουν αναφερθεί σε ορισμένες μελέτες για το μητρικό γάλα. Ωστόσο, με δεδομένο ότι τα οφέλη του θηλασμού υπερτερούν κατά πολύ οποιασδήποτε πιθανής δυσμενούς επίδρασης των PCB, οι υγειονομικές αρχές συστήνουν να παραμείνουν οι οδηγίες υποστήριξης του θηλασμού ως έχουν.

Επιβραδυντικά φλόγας

Αυτές οι χημικές ουσίες χρησιμοποιούνται ευρέως σε ηλεκτρονικές συσκευές (π.χ. τηλεοράσεις, υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα), σε ηλεκτρικές συσκευές, χαλιά, υφάσματα, έπιπλα, οικοδομικά υλικά και πλαστικά προϊόντα, για την επιβράδυνση της εξάπλωσης πυρκαγιών και συνεπώς την ελαχιστοποίηση των βλαβών και των εγκαυμάτων. Ορισμένες από αυτές, όπως οι πολυβρωμοδιφαινυλαιθέρες (PBDE), δεν δεσμεύονται χημικά στα προϊόντα, οπότε και μπορούν να απελευθερωθούν στην ατμόσφαιρα, όπου και εμμένουν σε κατοικίες και χώρους εργασίας και τελικά εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα. Εισπνέονται επίσης μαζί με τη σκόνη ή απορροφώνται από το δέρμα. Τα επιβραδυντικά φλόγας έχουν ανιχνευτεί τόσο σε ζώα όσο και σε ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα βρέφη εκτίθενται κατά την ενδομήτρια ζωή και στη συνέχεια μέσω του μητρικού γάλακτος, όπου τείνουν να συγκεντρώνονται αυτές οι λιπόφιλες ουσίες. Ανιχνεύονται επίσης και σε άλλες τροφές (π.χ. ψάρια, κρεατικά, έλαια, γάλα), καθώς και στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, όπου όμως τα επίπεδά τους είναι συνήθως χαμηλότερα από εκείνα του μητρικού. Τα επίπεδα που ανιχνεύονται στις Η.Π.Α. είναι κατά πολύ υψηλότερα των αντίστοιχων της Ευρώπης, καθώς εκεί είναι πολύ περισσότερα τα προϊόντα που τα περιλαμβάνουν, χωρίς ωστόσο να παρέχεται καλύτερη προστασία σε περίπτωση πυρκαγιάς. Τα επιβραδυντικά φλόγας επιδρούν αρνητικά στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, ξεκινώντας ήδη από την ενδομήτρια ζωή, με επιπτώσεις στις κινητικές δεξιότητες, τις γνωστικές ικανότητες, τη μνήμη και την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη. Επίσης, δρουν και ως ενδοκρινικοί διαταράκτες.

Εντομοκτόνα

Το DDT (διχλωροδιφαινυλτριχλωροαιθάνιο) και άλλα οργανοχλωριούχα εντομοκτόνα, καθώς και οι μεταβολίτες τους (π.χ. το εξαχλωροβενζόλιο) συγκαταλέγονται στα πιο συνηθισμένα κατάλοιπα χημικών ουσιών που ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα, όπου συγκεντρώνονται εξαιτίας της λιποφιλίας τους και της μακράς ημίσειας ζωής τους (καθώς μεταβολίζονται και αποβάλλονται δύσκολα). Παρόλο που απαγορεύονται παγκοσμίως με βάση τη Συνθήκη της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, ανιχνεύονται ακόμη σε ανθρώπους και άλλα θηλαστικά. Ωστόσο, τα επίπεδά τους παρουσιάζουν πτωτική τάση. Πολλά εντομοκτόνα δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Επιπρόσθετα, μπορούν να προκαλέσουν πονοκεφάλους, ευερεθιστότητα, αίσθημα ζάλης, ναυτία, έμετους, τρόμους, υπερδιέγερση, σπασμούς, απώλεια συνείδησης, καταστολή του αναπνευστικού και του κεντρικού νευρικού συστήματος και θάνατο. Τα οργανοχλωριούχα εντομοκτόνα ανιχνεύονται επίσης περιστασιακά και σε βρεφικά υποκατάστατα μητρικού γάλακτος (και σε αυτά που βασίζονται στη σόγια) και βρεφικές τροφές, συνήθως σε επίπεδα χαμηλότερα από τα αντίστοιχα του μητρικού γάλακτος.

Δισφαινόλη Α (BPA)

Η δισφαινόλη Α (BPA) χρησιμοποιείται από τη δεκαετία του 1960 για την παραγωγή σκληρών πολυκαρβονικών πλαστικών μπουκαλιών και ποτηριών, καθώς και στην εσωτερική επίστρωση μεταλλικών και πλαστικών συσκευασιών τροφίμων και ποτών, μεταξύ των οποίων και εκείνες για υγρά βρεφικά υποκατάστατα μητρικού γάλακτος και αναψυκτικά. Καθώς η ένωση αυτή εκπλύεται εύκολα, ανιχνευόταν συχνά σε βρεφικά υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, προερχόμενη τόσο από τα πολυκαρβονικά πλαστικά μπιμπερό όσο και από την επίστρωση των συσκευασιών. Η πρακτική αυτή συνεχιζόταν μέχρι πολύ πρόσφατα, οπότε και οι κύριοι κατασκευαστές βρεφικών μπιμπερό, θηλών και υποκατάστατων βρεφικού γάλακτος άρχισαν να παράγουν προϊόντα χωρίς BPA, πριν ακόμη απαγορευθούν από το νόμο σε κάποιες χώρες. Μια τέτοια νομοθεσία είναι αρκετά καθυστερημένη σε άλλες χώρες, με δεδομένο ότι η ασφάλεια της BPA βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια υπό συζήτηση από τις αρμόδιες αρχές για την ασφάλεια των τροφίμων σε όλο τον κόσμο, χωρίς ωστόσο να έχουν καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Η βιομηχανία των βρεφικών τροφών έχει αποφασίσει την αποφυγή της χρήσης ΒΡΑ, έπειτα από σχετική πίεση των καταναλωτών και με το φόβο της μείωσης των πωλήσεών τους, κι όχι εξαιτίας κάποιας νομοθετικής απαγόρευσης. Καθώς η χρήση της είναι τόσο διαδεδομένη, η ΒΡΑ εισέρχεται εύκολα στην τροφική αλυσίδα και ανιχνεύεται στα ούρα και το αίμα, καθώς και στο αίμα των εγκύων, τον ομφάλιο λώρο και το μητρικό γάλα. Έτσι, τα έμβρυα και τα βρέφη εκτίθενται στη ΒΡΑ ακόμη κι αν δεν σιτίζονται με μολυσμένα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος με μολυσμένο μπιμπερό. Η ΒΡΑ αποτελεί ενδοκρινικό διαταράκτη που μιμείται τη δράση των οιστρογόνων. Μια έκθεση του 2008 από το αμερικανικό National Toxicology Program εξέφρασε ανησυχία για την επίδραση της ΒΡΑ στον εγκέφαλο, τη συμπεριφορά και τον αδένα του προστάτη των εμβρύων, των βρεφών και των παιδιών εξαιτίας της υφιστάμενης έκθεσης των ανθρώπων στη ΒΡΑ (μέσω του πλακούντα, του μητρικού γάλακτος, της σίτισης με μπιμπερό και της σίτισης με μολυσμένες τροφές και ποτά).

Φθαλικές ενώσεις

Οι φθαλικές ενώσεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται συνήθως για τη μάλθωση και την ευκαμψία πλαστικών καταναλωτικών προϊόντων, ανιχνεύονται στα βρεφικά μπιμπερό, σε άλλα εργαλεία και παιχνίδια για βρέφη και σε υλικά που χρησιμοποιούνται για την υγιεινή και την προσωπική περιποίηση. Καθώς δεν δεσμεύονται χημικά από το πλαστικό, εκλύονται εύκολα μέσω της εξάτμισης και της τριβής, αποκτώντας έτσι την ικανότητα να εισέλθουν στην τροφική αλυσίδα και να μολύνουν ακόμη και το μητρικό γάλα. Οι φθαλικές ενώσεις δρουν επιβαρυντικά στο ήπαρ, τους νεφρούς και ιδιαίτερα στο αναπαραγωγικό σύστημα, καθώς δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Μελέτες έχουν δείξει πως η πρόσληψη φθαλικών ενώσεων από τα βρέφη που τρέφονται με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος είναι ίση ή ως και τέσσερις φορές πιο αυξημένη από εκείνη των βρεφών που σιτίζονται με αποκλειστικό θηλασμό. Επίσης, η πρόσληψη μέσω του μητρικού γάλακτος είναι γενικά χαμηλή και είναι απίθανο να αποτελέσει σημαντικό κίνδυνο για την υγεία, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Εντούτοις, πρέπει να αξιολογούνται και να αποφεύγονται και άλλες πηγές μόλυνσης κατά τη βρεφική ηλικία. Πολλές χώρες αναπτύσσουν νομοθεσία για τη σταδιακή απομάκρυνση και την τελική απαγόρευση των φθαλικών ενώσεων από την αγορά.

Μέταλλα

Ο υδράργυρος, ο μόλυβδος, το αρσενικό και το κάδμιο είναι καρκινογόνα, ευνοούν την καρκινογένεση και είναι τοξικά για τον εγκέφαλο, με επιπτώσεις στη γνωστική ανάπτυξη και την ευφυΐα. Η βαριά τοξίκωση από υδράργυρο μπορεί να επιφέρει συγγενή ή επίκτητη εγκεφαλική παράλυση, όπως παρατηρήθηκε στη διαβόητη καταστροφή που συνέβη στη Minamata της Ιαπωνίας, στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Το κάδμιο είναι επίσης τοξικό για τους νεφρούς. Η κύρια πηγή πρόσληψης υδραργύρου στη διατροφή της μητέρας είναι η κατανάλωση ψαριών και θαλάσσιων θηλαστικών από μολυσμένα νερά. Η έκθεση σε μόλυβδο μπορεί να σχετίζεται με την εργασία (π.χ.. μπογιές, εκρηκτικά, μπαταρίες, οικοδομικά υλικά, τήξη μετάλλων, εξόρυξη), την κατοικία (ανακαίνιση που δημιουργεί σκόνη από μπογιές, ασχολίες όπως το βάψιμο μολύβδινων αγαλματίων ή η συγκόλληση ηλεκτρονικών), το νερό (παλαιοί μολύβδινοι σωλήνες, μόλυνση από ορυχεία ή βιομηχανίες) και την παράδοση (παραδοσιακές θεραπείες και καλλυντικά που περιέχουν μόλυβδο). Μέχρι πρόσφατα, τα σφραγίσματα των δοντιών αποτελούσαν επίσης πηγή πρόσληψης μολύβδου. Είναι επίσης πιθανό να καταναλωθούν αυξημένες ποσότητες αρσενικού, όταν ανιχνεύεται σε υψηλά επίπεδα στα υπόγεια ύδατα, είτε φυσικά είτε εξαιτίας της χρήσης φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων με βάση το αρσενικό. Το ρύζι που καλλιεργείται σε μολυσμένα νερά μπορεί να είναι μια σημαντική πηγή πρόσληψης. Η πιο συνηθισμένη πηγή πρόσληψης καδμίου είναι ο καπνός του τσιγάρου, ενώ λιγότερο σημαντική πηγή είναι η επαφή σε επαγγελματικό πλαίσιο (μπαταρίες, πλαστικά, βαφές, μεταλλικές επικαλύψεις) και η διατροφή (ψάρια, ζώα και φυτά που εκτρέφονται ή καλλιεργούνται σε νερά και εδάφη, μολυσμένα με κάδμιο). Όταν ανιχνεύονται στο αίμα της μητέρας, ο υδράργυρος, ο μόλυβδος, το αρσενικό και το κάδμιο, διαπερνούν τον πλακούντα και μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου στα τελευταία στάδια της κύησης και κατά την πρώτη βρεφική ηλικία. Τα επίπεδα αυτών των ρύπων είναι υψηλότερα κατά τη γέννηση. Τα επίπεδα του υδραργύρου στο ομφαλοπλακουντιακό αίμα μπορεί να είναι 1,5 φορές πιο αυξημένα από τα επίπεδα στο μητρικό αίμα, ενώ τα επίπεδα του μολύβδου, του αρσενικού και του καδμίου είναι συνήθως χαμηλότερα από εκείνα της μητέρας. Όλα τα επίπεδα που ανιχνεύονται κατά τη γέννηση τείνουν να μειώνονται κατά τη μεταγεννητική περίοδο, καθώς τα μέταλλα εκκρίνονται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Για παράδειγμα, στα αποκλειστικά θηλάζοντα βρέφη, τα επίπεδα του υδραργύρου μειώνονται κατά τον τρίτο μήνα της ζωής ως και περίπου 60%, σε σύγκριση με την ποσότητα κατά τη γέννηση. Αυτά τα μέταλλα, ιδιαίτερα ο υδράργυρος και ο μόλυβδος, ανιχνεύονται συχνά και στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, συχνά δε σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με το μητρικό γάλα, χωρίς ωστόσο να παρέχουν και την προστασία του μητρικού γάλακτος. Η πρόσληψη μέσω της σίτισης με υποκατάστατο μητρικού γάλακτος μπορεί να είναι ακόμη υψηλότερη, εάν η σκόνη αναμειχθεί με νερό, μολυσμένο με μέταλλα. Έχουν δημοσιευτεί αναφορές για μολυσμένα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος στη Γερμανία, την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Σουηδία και – πιο πρόσφατα – την Κίνα. Επίσης, διάφορες χώρες ανά τον κόσμο, από την Ιταλία μέχρι τη Νιγηρία, έχουν αναφέρει περιπτώσεις αγελαδινού γάλακτος, του βασικού δηλαδή συστατικού για την παραγωγή των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος, μολυσμένου με βαρέα μέταλλα. Συνεπώς, η διακοπή ή η καταστολή του θηλασμού και η αντικατάστασή του με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος με βάση το αγελαδινό γάλα δεν αποτελούν εναλλακτική λύση για την αντιμετώπιση της μόλυνσης.

Μελαμίνη

Η μελαμίνη είναι ένα συνθετικό προϊόν που προστίθεται στα λιπάσματα για την ενίσχυση της ανάπτυξης των καλλιεργειών. Αποτελεί επίσης συστατικό διάφορων πλαστικών και ως τέτοιο, ανευρίσκεται σε πολλά βιομηχανικά αγαθά. Το 2007, μια Κινεζική εταιρεία προσέθεσε εσκεμμένα μελαμίνη σε αραιωμένο νωπό γάλα που χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή υποκαταστάτου μητρικού γάλακτος σε σκόνη, προκειμένου να ενισχύσει τη φαινομενική του περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες. Καθώς η μελαμίνη δεν αποικοδομείται στους ανθρώπους και απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών, τα βρέφη που σιτίζονταν με το μολυσμένο υποκατάστατο μητρικού γάλακτος υπέστησαν οξεία νεφρική ανεπάρκεια που επέφερε το θάνατο ή χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ή ανέπτυξαν πέτρες στα νεφρά. Οι κινεζικές υγειονομικές αρχές ανέφεραν αρχικά 432 περιστατικά δηλητηρίασης, ένα εκ των οποίων ήταν θανατηφόρο. Επρόκειτο μάλλον για υποεκτίμηση, η οποία αργότερα διορθώθηκε σε τουλάχιστον 6 θανάτους και 300.000 περιστατικά. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι κι άλλοι παραγωγοί υποκατάστατων μητρικού γάλακτος είχαν προσθέσει μελαμίνη στα προϊόντα τους, τα οποία δεν καταναλώνονταν μόνο στην Κίνα, αλλά εξάγονταν και σε πολλές άλλες χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Η αυξημένη ζήτηση για την παραγωγή και πώληση ολοένα και μεγαλύτερων ποσοτήτων υποκατάστατων μητρικού γάλακτος, ακόμη κι όταν σπανίζουν οι πρώτες ύλες (μεγάλη ποσότητα του νωπού γάλακτος που χρησιμοποιήθηκε από τους κινέζους παραγωγούς προερχόταν από τη Νέα Ζηλανδία), υποστηρίζεται από τη ραγδαία μείωση των ποσοστών θηλασμού στην Κίνα, όπου οι γυναίκες απασχολούνται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό σε κάποια βιομηχανία, αδημονώντας να εργαστούν σε συνθήκες που δυσχεραίνουν το θηλασμό (καθώς απουσιάζει το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο), ενώ παράλληλα η αντίσταση στην επιθετική προώθηση των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος από τις τοπικές και ξένες εταιρείες είναι μηδαμινή.

Μυκοτοξίνες

Οι μυκοτοξίνες είναι τοξικοί μεταβολίτες σαπροφυτικών μυκήτων που εντοπίζονται σε τρόφιμα και ζωοτροφές (κυρίως δημητριακά), που έχουν μολυνθεί από μύκητες. Η ομάδα μυκοτοξίνων που έχει μελετηθεί περισσότερο είναι οι αφλατοξίνες, των οποίων η καρκινογόνος δράση είναι γνωστή. Οι αφλατοξίνες ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα σε πληθυσμιακές ομάδες που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες μολυσμένων δημητριακών, ιδιαίτερα σε τροπικές χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου οι μύκητες αναπτύσσονται ταχύτερα και τα τρόφιμα ελέγχονται σπάνια για μύκητες. Οι μυκοτοξίνες ανιχνεύονται σπάνια σε τρόφιμα, άρα και στο μητρικό γάλα, σε χώρες υψηλού εισοδήματος. Ωστόσο, σ’ αυτές τις χώρες ανιχνεύονται σε βιομηχανικές βρεφικές τροφές έτοιμες προς κατανάλωση (υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, βρεφικές τροφές με βάση το κρέας) που φτιάχνονται από ζώα που έχουν τραφεί με μολυσμένα δημητριακά. Το πιο πιθανό είναι πως η αυστηρότερη νομοθεσία και οι έλεγχοι θα μειώσουν σταδιακά τον κίνδυνο αυτό στις χώρες υψηλού εισοδήματος, ενώ οι χαλαροί έλεγχοι και η ελλιπής νομοθεσία θα επιτρέψουν την αύξηση του κινδύνου σε αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Έγγραφα που  ελήφθησαν υπόψιν  για  την παρούσα έκθεση

• Arendt M. Communicating human biomonitoring resultsto ensure policy coherence with public health recommendations: analysing breastmilk whilst protecting, promoting and supporting breastfeeding. Environ Health 2008;7(Suppl 1):S6

• Bergman Å, Heindel JJ, Jobling S, Kidd KA, Thomas Zoeller R (editors). State of the science of endocrine disrupting chemicals 2012. United Nations Environment Programme and the World Health Organization, 2013

• Blanck HM, Marcus M, Tolbert PE et al. Age at menarche and Tanner stage in girls exposed in utero and postnatally to polybrominated biphenyl.

Epidemiology 2000;11:641-7

• Boersma ER, Lanting CI. Environmental exposure to polychlorinated biphenyls (PCBs) and dioxins. Consequences for longterm neurological and cognitive development of the child lactation. Adv Exp Med Biol 2000;478:271-87

• Braun JM, Kalkbrenner AE, Calafat AM et al. Impact of early-life bisphenol A exposure on behavior and executive function in children. Pediatrics 2011;128;873- 82

• Bucher J, Shelby M, National Institute of Environmental Health Sciences. Since you asked – Bisphenol A (BPA): Questions and Answers about Bisphenol A: http://www.niehs.nih.gov/health/topics/agents/sya- bpa/index.cfm

• Croes K et al. Persistent organic pollutants in Human milk: a biomonitoring study in rural areas of Flanders (Belgium). Chemosphere 2012 Nov; 89(8): 988-94)

• Costa LG, Giordano G, Tagliaferro S et al. Polybrominated diphenyl ether (PBDE) flame retardants: environmental contamination, human body burden and potential adverse health effects. Acta Biomed 2008;79:172-83

• Dorea JG, Donangelo CM. Early (in uterus and infant) exposure to mercury and lead. Clinical Nutrition 2006;25:369-76

• Eggesbo M, Stigum H, Longnecker MP et al. Levels of hexachlorobenzene (HCB) in breastmilk in relation to birthweight in a Norwegian cohort. Environ Res 2009;109:559-66

• Fangstrom B, Moore S, Nermell B et al. Breastfeeding protects against arsenic exposure in Bangladeshi infants. Environ Health Perspect 2008;116: 963-9

• Frederiksen M, Vorkamp K, Thomsen M et al. Human internal and external exposure to PBDEs: a review of levels and sources. Int J Hyg Environ Health 2009;212:109-34

• Fromme H, Gruber L, Seckin E et al, for the HBMnet. Phthalates and their metabolites in breastmilk: results from the Bavarian Monitoring of Breast Milk (BAMBI). Environment International 2011;37:715-22

• Geraghty SR, Khoury JC, Morrow AL et al. Reporting individual test results of environmental chemicals in breastmilk: potential for premature weaning. Breastfeed Med 2008;3:207-13

• Gossner CME, Schlundt J, Embarek PB et al. The melamine incident: implications for international food and feed safety. Environ Health Perspect 2009;117:1803-8

• Govarts E, Nieuwenhuijsen M, Schoeters G et al. Birth weight and prenatal exposure to polychlorinated biphenyls (PCBs) and dichlorodiphenyldichloroethylene (DDE): a meta-analysis within 12 European birth cohorts. Environ Health Perspect 2012;120:162-70

• Guan N, Fan Q, Ding J et al. Melamine-contaminated powdered formula and urolithiasis in young children. N Engl J Med 2009;360:1067-74

• Harden F, Muller J, Toms L et al. Dioxins in the Australian population: levels in human milk. National Dioxins Program, Technical Report N. 10. Australian Government, Department of the Environment and Heritage,Canberra, 2004

• Hertz-Picciotto I, Youn Park H, Dostal M et al. Prenatal exposures to persistent and non-persistent organic compounds and effects on immune system development. Basic Clin Pharmacol Toxicol 2008;102:146-54

• Hoffman K, Adgent M, Davis Goldman B et al. Lactational exposure to polybrominated diphenyl ethers and its relation to social and emotional development among toddlers. Environ Health Perspect 2012; http://dx.doi.org/10.1289/ehp.1205100

• Kishikawa N, Wada M, Kuroda N et al. Determination of polycyclic aromatic hydrocarbons in milk samples by high-performance liquid chromatography with fluorescence detection. Journal of Chromatography B 2003;789:257-64

•LaKind JS,BerlinCM, Naiman DQ. Infant exposure to chemicals in breast milk in theUnited States: what we need to learn from a breast milk monitoring program. Environ Health Perspect 2001;109:75-88

•LaKind JS,BerlinCM, Mattison DR. The heart of the matter on breastmilk and environmental chemicals: essential points for healthcare providers and new parents. Breastfeed Med 2008;3:251-9

•LaKind JS,BerlinCM, Sjödin A et al. Do human milk concentrations of persistent organic chemicals really decline during lactation? Chemical concentrations during lactation and milk/serum partitioning. Environ Health Perspect 2009;117:1625-31

• LaKind JS, Naiman DQ. Daily intake of bisphenol A and potential sources of exposure: 2005-2006 National Health and Nutrition Examination Survey. J Expo Sci Environ Epidemiol 2011;21:272-9

• Ljung K, Palm B, Grandér M et al. High concentrations of essential and toxic elements in infant formula and infant foods: a matter of concern. Food Chemistry 2011;127:943-51

• Malisch R, Kypke K, Kotz A et al. WHO/UNEP- coordinated exposure study (2008-2009) on levels of persistent organic pollutants (POPs) in human milk with regard to the global monitoring plan. Organohalogen Compounds 2010;72:1766-9

• Mead MN. Contaminants in human milk: weighing the risks against the benefits of breastfeeding. Environ Health Perspect 2008;116:A427-34

• Meeker JD. Exposure to environmental endocrine disruptors and child development. Arch Pediatr Adolesc Med 2012;166:1-7

• Meucci V, Soldani G, Razzuoli E et al. Mycoestrogen pollution of Italian infant food. J Pediatr 2011;159:278- 83

• Newbold RR. Developmental exposure to endocrine- disrupting chemicals programs for reproductive tract alterations and obesity later in life. Am J Clin Nutr 2011;94(suppl):1939-42S

• Pandelova M, Piccinelli R, Kashama S et al. Assessment of dietary exposure to PCDD/F and dioxin- like PCB in infant formulae available on the EU market. Chemosphere 2010;81:1018-21

• Pronczuk J, Moy G, Vallenas C. Breast Milk: an Optimal Food. Environ. Health Perspect. 2004; 112: A722-A723

• Ribas-Fito N, Julvez J, Torrent M et al. Beneficial effects of breastfeeding on cognition regardless of DDT concentrations at birth. Am J Epidemiol 2007;166:1198- 202

• Sakamoto M, Man Chan H, Domingo JL et al. Changes in body burden of mercury, lead, arsenic, cadmium and selenium in infants during early lactation in comparison with placental transfer. Ecotoxicol Environ Saf 2012;84:179-84

• Sjödin A, Patterson DG Jr, Bergman A. A review on human exposure to brominated flame retardants, particularly polybrominated diphenyl ethers. Environ Int 2003;29:829-39

• Soto AM,Vandenberg LN, Maffini MV et al. Does breast cancer start in the womb? Basic Clin Pharmacol Toxicol 2008;102:125-33

• UNEP/WHO. Results of the joint Stockholm Convention Secretariat/World Health Organization human milk survey (fourth and fifth rounds). WHO,Geneva, 2011, (UNEP/POPS/COP.5/INF/28)

• Vreugdenhil HJ, Slijper FM, Mulder PG et al. Effects of perinatal exposure to PCBs and dioxins on play behaviour in Dutch children at school age. Environ Health Perspect 2002;110:A593-8

• Weijs PJM, Bakker MI, Korver KR et al. Dioxin and dioxin-like PCB exposure of non-breastfed Dutch infants. Chemosphere 2006;64:1521-5

• Zuurbier M, Leijs M, Schoeters G et al. Children’s exposure to polybrominated diphenylethers. Acta Paediatr Suppl 2006;95:65-70

 

Οι Επτά Αρχές του IBFAN

  1. Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά σε όλο τον κόσμο να έχουν το δικαίωμα στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο υγείας.
  2. Οι οικογένειες, και ιδιαίτερα οι γυναίκες και τα παιδιά, να έχουν το δικαίωμα πρόσβασης σε επαρκή και θρεπτική σίτιση και αρκετό και οικονομικά προσιτό νερό.
  3. Οι γυναίκες να έχουν το δικαίωμα να θηλάσουν και να λάβουν ενημερωμένες αποφάσεις σχετικά με τη βρεφική και παιδική διατροφή.
  4. Οι γυναίκες να έχουν το δικαίωμα σε πλήρη υποστήριξη για θηλασμό για τουλάχιστον δύο χρόνια και για αποκλειστικό θηλασμό για τους πρώτους έξι μήνες.
  5. Όλοι οι άνθρωποι να έχουν το δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης υψηλής ποιότητας και σε πληροφόρηση χωρίς εμπορικές επιρροές.
  6. Οι επαγγελματίες υγείας και οι καταναλωτές έχουν το δικαίωμα να προστατεύονται από εμπορικές επιρροές που πιθανόν διαστρεβλώνουν την κρίση και τις αποφάσεις τους.
  7. Οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να πιέζουν για αλλαγές που θα προστατεύουν, θα προωθούν και θα υποστηρίζουν τη θεμελιώδη υγεία, συνεργαζόμενοι σε διεθνές επίπεδο.

Συγγραφείς: Ο επικεφαλής συγγραφέας αυτής της δήλωσης του IBFAN είναι ο Δρ. Αdriano Cattaneo, με τη συνεργασία μελών της ομάδας εργασίας του IBFAN για τα χημική και μικροβιολογική μόλυνση των βρεφικών προϊόντων διατροφής.

 

Μετάφραση στα ελληνικά: Γεωργία Αναγνωστοπούλου – Ελευθερία Στεριανού

Διόρθωση  – Επιμέλεια: Φωτεινή Παπαγιώτη

Πηγή: www.ibfan.gr

 

 

 



 

Διατροφή της μητέρας που θηλάζει

Τρώτε όπως όλος ο κόσμος. Επιλέγετε συνήθως υγιεινές τροφές, προσέχετε τα λιπαρά, δεν καταναλώνετε πολλά γλυκά. Υπάρχουν όμως και μέρες που κάνετε υπερβολές, που πέφτετε πάνω σε όλα τα τηγανητά πιάτα μιας ταβέρνας, που πίνετε αλκοόλ και κάνετε και από κανένα τσιγάρο.Κάποιος σας λέει ότι, για να κερδίσετε ένα ταξίδι για έξι μήνες σε άγνωστο προορισμό, θα πρέπει να συμφωνήσετε σε ένα αυστηρό διαιτολόγιο: να κόψετε τα καυτερά, τα μπαχαρικά, τα όσπρια, το λάχανο και το κουνουπίδι, τα γαλακτοκομικά, να τρώτε συνεχώς κρέας και σούπες, να πίνετε μόνο νερό σε μεγάλες ποσότητες και για έξι μήνες να μην πιείτε ποτέ καφέ ή αλκοόλ. Τι κάνετε; Το πιο πιθανό είναι ότι επιλέγετε να μείνετε σπίτι σας, να απολαύσετε το συνηθισμένο σας διαιτολόγιο, να κάνετε μικρά ταξιδάκια κάπου κοντά χωρίς επιβαλλόμενες απαιτήσεις και να αφήσετε τα ιδιαίτερα και περίεργα ταξίδια προς το άγνωστο για μια άλλη ζωή. Read more