Άρθρα

Τα οφέλη του θηλασμού και η σημασία τους για τη μητέρα με Σκλήρυνση κατά Πλάκας

Τον Νοέμβριο του 2000, όταν γεννήθηκε η κόρη μου, οι γιατροί μου με συμβούλεψαν να μην τη θηλάσω. Η άποψη τους ήταν ότι ο θηλασμός θα επιβάρυνε την κατάσταση της υγείας μου, (ΣΚΠ) θα με κούραζε και δεν θα μου επέτρεπε να παίρνω τα φάρμακα μου. Επειδή εγώ όμως είχα ήδη κάνει την έρευνα μου σχετικά με τη σημασία του θηλασμού αγνόησα τη συμβουλή τους.

Σήμερα, η Έλλη και εγώ συνεχίζουμε να απολαμβάνουμε το θηλασμό, η υγεία της Έλλης είναι εξαιρετική, και η δική μου είναι σχεδόν όπως ήταν και πριν από την εγκυμοσύνη. Θέλω λοιπόν να μοιραστώ την εμπειρία μου (που επιβεβαιώνεται από τις σχετικές έρευνες), και να παρουσιάσω με ποιον τρόπο πιστεύω ότι ο θηλασμός βοηθά ιδιαίτερα τη μητέρα με ΣΚΠ.

Συγκεκριμένα:

  1. i. Πως επηρεάζει ο θηλασμός την υγεία του παιδιού και της μητέρας,

και τη σχέση του μωρού με τη μητέρα του;

  1. ii. Ειδικότερα, τι ρόλο παίζει στη ζωή της μητέρας με ΣΚΠ ο θηλασμός;
  • Και τι γίνεται αν η μητέρα πρέπει να παίρνει φάρμακα;

Ο θηλασμός καταρχήν είναι απαραίτητος για την υγεία του παιδιού. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας είναι η φυσιολογική μέθοδος διατροφής των βρεφών, τελειοποιημένη κατά τη διάρκεια εκατοντάδων εκατομμυρίων χρόνων εξέλιξης των θηλαστικών.

Το μητρικό γάλα είναι μία ολοκληρωμένη βρεφική τροφή που περιέχει όλα τα θρεπτικά συστατικά σε εύπεπτη μορφή και στις ιδανικές αναλογίες για την βέλτιστη ανάπτυξη του ανθρώπου. Ο θηλασμός ενισχύει το αναπτυσσόμενο ανοσοποιητικό σύστημα του μωρού προσφέροντας προστασία απέναντι σε μία πλειάδα οξέων ασθενειών κατά τη βρεφική και παιδική ηλικία, και απέναντι σε μία σειρά χρόνιων ασθενειών για όλη του τη ζωή.

Ο θηλασμός δεν επιβαρύνει την υγεία της μητέρας. Καμία πάθηση που προϋπήρχε της εγκυμοσύνης δεν έχει επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Σύμφωνα με τη National MS Society των Ηνωμένων Πολιτειών, ο θηλασμός δεν έχει αρνητική επίδραση στην πορεία της πολλαπλής σκλήρυνσης. Έχει αποδειχθεί, αντίθετα, ότι ο θηλασμός κάνει καλό και στη μητέρα. Βοηθάει το σώμα της να επανέλθει στην κατάσταση που ήταν πριν την εγκυμοσύνη και στην αποφυγή αιμορραγίας από τη μήτρα. Μακροπρόθεσμα την προστατεύει από τον καρκίνο του μαστού και των ωοθηκών, και από την οστεοπόρωση, με αποτέλεσμα τη μείωση των καταγμάτων του μηριαίου οστού, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για ανθρώπους με προβλήματα κινητικότητας λόγω της σκλήρυνσης.

Πολύ σημαντικά είναι επίσης και τα συναισθηματικά οφέλη του θηλασμού. Ο μητρικός θηλασμός δεν είναι μόνο ένας τρόπος διατροφής, αλλά ένας τρόπος φροντίδας και ανατροφής του μωρού. Κάθε φορά που η μητέρα βάζει το μωρό της στο στήθος, ικανοποιεί φυσικά και αβίαστα τις ανάγκες του για άγγιγμα, ζεστασιά, αποδοχή. Οι συχνές ευκαιρίες για επαφή προσφέρουν σημαντικά ερεθίσματα που ωφελούν την πνευματική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Η αλληλεπίδραση αυτή βοηθά τη μητέρα να ανταποκριθεί με ευκολία και φυσικότητα στις ανάγκες του μωρού, και δημιουργεί μία σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί.

Για τη μητέρα που πάσχει από ΣΚΠ, όπως είναι η περίπτωση μου, τα πλεονεκτήματα του θηλασμού μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινή ζωή της και να βοηθήσουν στην διατήρηση και της δικής της υγείας.

Συγκεκριμένα, για τη μητέρα με ΣΚΠ παίζουν μεγάλο ρόλο τα εξής:

Η ευκολία και η ασφάλεια του μητρικού γάλακτος, που είναι πάντα διαθέσιμο, αμέσως, τη μέρα και τη νύχτα, όπου και να βρίσκονται το μωρό και η μητέρα, και πλήρως αποστειρωμένο. Αντίθετα η αγορά του τεχνητού γάλακτος, η αποστείρωση των μπιμπερό, και η προετοιμασία του γεύματος είναι χρονοβόρα και κοπιαστική, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Όταν όμως το μωρό θηλάζει, η μητέρα μπορεί να χαλαρώσει, να ξεκουραστεί από την υπόλοιπη, πιο απαιτητική, φροντίδα του, και τη νύχτα να ξανακοιμηθεί με ελάχιστη αναστάτωση.

Η καλύτερη υγεία που εξασφαλίζει ο θηλασμός στα παιδιά σημαίνει καλύτερη υγεία για όλη την οικογένεια: λιγότερη ανησυχία, λιγότερα ξενύχτια, λιγότερη κούραση για τους γονείς, λιγότερες επισκέψεις σε γιατρούς, λιγότερα φάρμακα, λιγότερα έξοδα. Για τη μητέρα με ΣΚΠ αυτό έχει πολλαπλή σημασία. Όταν αρρωσταίνει το παιδί επιβαρύνεται και η δική της υγεία, τόσο άμεσα, γιατί συνήθως κολλάει και η ίδια, όσο και έμμεσα, με την επιπλέον αγωνία και κούραση.

Oι “μητρικές” ορμόνες οκυτοκίνη και προλακτίνη που εκκρίνονται κατά τη γαλουχία χαλαρώνουν και ηρεμούν τη μητέρα, τη βοηθούν στη δημιουργία του “αισθήματος” της μητρότητας, στο να είναι δεκτική στα μηνύματα και στις ανάγκες του μωρού και στην ανάπτυξη ενός πολύ ισχυρού συναισθηματικού δεσμού μεταξύ τους.

Επιπλέον, πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι οι ορμόνες οκυτοκίνη και προλακτίνη βοηθούν τις μητέρες που θηλάζουν να αποφύγουν την επιλόχεια κατάθλιψη, τα baby blues.

Η πολύ στενή σωματική επαφή που έχει το μωρό με τη μητέρα του όταν θηλάζει συμπεριλαμβάνει και αναπτύσσει όλες του τις αισθήσεις: την αφή, τη γεύση, την όσφρηση, την όραση, την ακοή. Με το θηλασμό δημιουργείται έτσι ένα μικροπεριβάλλον που αποτελεί την ενδιάμεση φάση ανάμεσα στη ζωή στη μήτρα και την ανεξάρτητη ύπαρξη, και διευκολύνει την ομαλή μετάβαση από το ένα στο άλλο. Η μητέρα έχει μία ανάλογη εμπειρία: η ευχαρίστηση της στενής σωματικής επαφής με το μωρό της, η αίσθηση ότι το σώμα της συνεχίζει να το τρέφει και να το προστατεύει, δημιουργούν ένα αίσθημα πληρότητας και ολοκλήρωσης. Αυτή η εμπειρία τονώνει την αυτοπεποίθηση και τη σιγουριά της μητέρας ότι μπορεί να φροντίσει σωστά το μωρό της, και μπορεί να βελτιώσει ιδιαίτερα την ψυχική διάθεση της μητέρας με ΣΚΠ.

Με το θηλασμό τα μωρά ηρεμούν πολύ πιο εύκολα απ΄ ότι με το μπιμπερό ή με κούνημα. Πολλά από τα συνηθισμένα προβλήματα στη ζωή της νέας μητέρας αποφεύγονται με την εδραίωση μίας καλής σχέσης θηλασμού. Για πρακτικά ζητήματα καθημερινής φροντίδας του μωρού, όπως το να ηρεμήσει, να παρηγορηθεί, και να κοιμηθεί, ο θηλασμός είναι ένα μέσο που έχει τελειοποιηθεί στη διάρκεια χιλιάδων ετών. Φέρνει σχεδόν πάντα αποτέλεσμα, η μητέρα θηλάζει καθιστή ή ξαπλωμένη στο κρεβάτι, κι έτσι ξεκουράζεται και η ίδια. Τη νύχτα τα μωρά κοιμούνται ευκολότερα και οι κύκλοι ύπνου τους είναι συντονισμένοι με τους κύκλους των μητέρων. Έτσι και οι δύο (και ο πατέρας!) κοιμούνται καλύτερα και περισσότερες ώρες.

Ειδικά για μία μητέρα με προβλήματα κινητικότητας όπως σπαστικότητα, έλλειψη ισορροπίας, ο θηλασμός είναι ένα ανεκτίμητο και αναντικατάστατο μέσο να φροντίσει το μωρό της χωρίς να επιβαρυνθεί με επιπλέον κούραση.

Φαρμακευτική αγωγή

Τι γίνεται όμως αν η μητέρα έχει ένα επεισόδιο ΣΚΠ, ή αν πριν από την εγκυμοσύνη έπαιρνε φάρμακα όπως η ιντερφερόνη;

Συνήθως στις μητέρες συνιστάται να μην θηλάσουν για να μπορούν να παίρνουν τα φάρμακα τους, τα οποία ίσως να περνάνε στο γάλα και να βλάψουν το παιδί. Στην πραγματικότητα όμως ο απογαλακτισμός σπάνια είναι απαραίτητος. Η σχετική βιβλιογραφία αναφέρει ότι ελάχιστα φάρμακα είναι επικίνδυνα για το βρέφος που θηλάζει. Κάποια φάρμακα επίσης είναι ακίνδυνα αν το μωρό δεν θηλάσει για λίγες ώρες μετά τη χορήγηση τους, ή αν η χορήγηση είναι μόνο περιστασιακή. Για πολλά νεότερα όμως, όπως η ιντερφερόνη, δυστυχώς δεν έχουν γίνει έρευνες για την επίδραση τους στο βρέφος, ούτε καν για το αν περνάνε στο γάλα!

Στις περιπτώσεις που το φάρμακο θεωρείται επικίνδυνο για την υγεία του μωρού, ή είναι άγνωστη η επίδραση του, η επιλογή μεταξύ αγωγής και θηλασμού κρίνεται απαραίτητη. Τότε ο γιατρός μαζί με τη μητέρα χρειάζεται να σταθμίσουν τα οφέλη του φαρμάκου σε σχέση με τα οφέλη του θηλασμού για την υγεία του παιδιού, της μητέρας, καθώς και για και τη σχέση τους. Ο πρόωρος απογαλακτισμός μπορεί να παρουσιάσει πολλές δυσκολίες για τη μητέρα. Το να ικανοποιηθούν οι πρωταρχικές ανάγκες του μωρού για ασφάλεια, τρυφερότητα, αποδοχή χωρίς τη συμβολή του θηλασμού, είναι μία πρόκληση που απαιτεί πολύ μεγάλη προσπάθεια. Ειδικά για τη μητέρα με ΣΚΠ αυτό είναι κάτι που μπορεί να μην έχει τις δυνάμεις να αντιμετωπίσει.

Τελικά, έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για τη μητέρα με πολλαπλή σκλήρυνση το αν θα θηλάσει ή όχι;

Οι άνθρωποι με ΣΚΠ γνωρίζουν από την εμπειρία τους πόσο σημαντικό αγαθό είναι η υγεία. Συνήθως, εκτός από τις διάφορες φαρμακευτικές αγωγές, προσπαθούν να ακολουθούν έναν υγιεινό τρόπο διατροφής και γενικότερα υγιεινής ζωής, και να ενημερώνονται για ζητήματα προληπτικής ιατρικής. Είναι φυσικό για μία μητέρα με ΣΚΠ να θέλει το παιδί της να έχει την καλύτερη δυνατή διατροφή στην αρχή της ζωής του, η οποία επιπλέον  είναι και προληπτικό φάρμακο. Πως θα μπορούσε να μη θέλει να θηλάσει το μωρό της;

Μία ασθενής με ΣΚΠ υφίσταται μεγάλη ταλαιπωρία από τις στερήσεις και τους περιορισμούς που επιφέρει στην καθημερινότητα της η πάθηση. Πιθανόν οι δραστηριότητες της να έχουν μειωθεί, και να νιώθει ότι δεν μπορεί πια να κάνει μία φυσιολογική ζωή. Όσα νευρολογικά προβλήματα και να έχει όμως, μπορεί θαυμάσια να θηλάσει το παιδί της, να του προσφέρει και να απολαύσει και αυτή, όπως όλες οι άλλες μητέρες, τα πλεονεκτήματα του θηλασμού. Κανένας άλλος δεν μπορεί να την αντικαταστήσει σε αυτή την πράξη, και σε αυτή τη σχέση. Η δυνατότητα που έχει μόνο αυτή η ίδια να φροντίσει το παιδί της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο χωρίς να παρεμποδίζεται από την πάθηση, τονώνει την αυτοπεποίθηση της και αποκαθιστά μία αίσθηση ομαλότητας στην καθημερινή ζωή. Για τη μητέρα με ΣΚΠ, αυτό ίσως να είναι και το σημαντικότερο πλεονέκτημα του θηλασμού.

 

Ευχαριστίες οφείλονται στην παιδίατρο και σύμβουλο θηλασμού κα. Άννα Πατσούρου για τις πληροφορίες, τις παρατηρήσεις της , όπως επίσης και στις Συμβούλους του Διεθνούς Συνδέσμου Θηλασμού για τον ενθουσιασμό και την υποστήριξη τους στην Έλλη και σε μένα.

 

Μυρτώ Χρονάκη – Σύμβουλος La Leche League

 

ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ:

  1. William & Martha Sears, The Baby Book, Little, Brown 1990
  2. Leader’s Handbook, Schaumburg, Illinois, La Leche League International 1998, www.lalecheleague.org
  1. AMERICAN ACADEMY OF PEDIATRICS, Work Group on Breastfeeding,        Breastfeeding and the Use of Human Milk (RE9729)
       Pediatrics, Volume 100, Number 6, December 1997, pp 1035-1039
  1. The Womanly Art of Breastfeeding, Sixth Revised Edition, Schaumburg, Illinois, La Leche League International 1997
  1. World Health Organization www.who.int
  2. A Pisacane, N Impagliazzo, M Russon, R Valiani, A Mandarini, C Florio, P Vivo, Breast feeding and multiple sclerosis, BMJ 1994;308:1411-1412 (28 May)
  1. National MS Society www.nationalmssociety.org
  2. Ito S: Drug therapy for breast-feeding women. N Engl J Med. 2000 Jul 13;342(2):118-26
  1. AMERICAN ACADEMY OF PEDIATRICS, Committee on Drugs, The Transfer of Drugs and Other Chemicals Into Human Milk, Pediatrics, Volume 108, Number 3, September 2001, pp 776-789
  2. Norma Jane Bumgarner, Mothering your nursing toddler, Schaumburg, Illinois La Leche League International 2000

 

Επικίνδυνο αλουμίνιο στα βρεφικά γάλατα

Το εξανθρωποποιημένο γάλα αγελάδας (φόρμουλα) περιέχει 100 φορές περισσότερο αλουμίνιο από το μητρικό γάλα, κάτι που μπορεί να δημιουργήσει πολλούς κινδύνους για την υγεία των παιδιών, προειδοποιούν οι ερευνητές.

BABY_2698324b

Ίχνη του μετάλλου βρέθηκαν σε πολλά από τα γνωστά βρεφικά γάλατα, σε επίπεδα περισσότερο από τρεις φορές πάνω από το επιτρεπόμενο όριο.

Οι εταιρίες Aptamil, Cow and Gate and Hipp Organic περιείχαν πολύ υψηλά επίπεδα αλουμινίου, είπαν οι ερευνητές.

Η ευρωπαϊκή νομοθεσία ορίζει ότι το επιτρεπόμενο όριο δεν πρέπει να ξεπερνά τα 200 μικρογραμμάρια αλουμινίου ανά λίτρο, αλλά κάποια από τα βρεφικά γάλατα που εξετάστηκαν περιείχαν τρεις φορές περισσότερο από αυτό.

Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Keele και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό BMC Pediatrics, εξέτασε 30 διαφορετικά βρεφικά γάλατα που πωλούνται στη Μ.Βρετανία, και συμπεριέλαβε όλους τους τύπους, δηλαδή βρεφικά γάλατα αλλά και γάλατα για νήπια.

Ο καθηγητής  Chris Exley, επικεφαλής της έρευνας, είπε: «Ξέρουμε πολλά για το αλουμίνιο, αλλά δεν ξέρουμε αρκετά για την επίδρασή του στη υγεία. Ωστόσο, όλοι ξέρουμε τη σύνδεσή του με την νόσο του Alzheimer και άλλες νευρολογικές διαταραχές και γνωρίζουμε επίσης από μελέτες ότι επηρεάζει τον τρόπο δημιουργίας των οστών. Το αλουμίνιο ξέρουμε επίσης ότι προκαλεί αναιμία, η οποία δεν θεραπεύεται δίνοντας στους ανθρώπους περισσότερο σίδηρο. Όμως το πώς το αλουμίνιο μπορεί να επηρεάζει την υγεία των μωρών, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, αυτή είναι μια ερώτηση που δεν έχει ακόμα απαντηθεί».

Ο καθηγητής είπε επίσης ότι είναι καιρός οι κυβερνήσεις να πάρουν μέτρα και να θέσουν αυστηρά όρια για τα επίπεδα αλουμινίου στο γάλα φόρμουλα.

Λέει επίσης ότι δεν είναι ξεκάθαρος ο τρόπος με τον οποίο εισέρχεται το αλουμίνιο στο γάλα. «Είναι πολύ πιθανόν ένα μέρος του αλουμινίου να προέρχεται από την συσκευασία και  άλλο ένα μέρος από τα ίδια τα συστατικά. Η επεξεργασία είναι επίσης μία πιθανή πηγή».

Η έρευνα συμπεριέλαβε τόσο έτοιμα γάλατα όσο και διάφορες ποικιλίες σκόνης – και στους 30 τύπους βρέθηκε αλουμίνιο.

Τα γάλατα τρίτης βρεφικής ηλικίας, των εταιριών Cow and Gate και Aptamil βρέθηκε να έχουν τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις.

Πηγές:

http://www.telegraph.co.uk/news/health/news/10369872/Health-risk-formula-milk-has-100-times-more-aluminium-than-breast.html

http://www.biomedcentral.com/1471-2431/13/162

 

Βίκυ Φαρδογιάννη – Πιστοποιημένη Σύμβουλος Θηλασμού IBCLC

Πόσο ασφαλείς είναι οι παιδικές τροφές και τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος;

Tου Γιάννη Zαμπετάκη, Eπίκουρου καθηγητή Xημείας Tροφίμων και Lead Auditor, EKΠA

Το θέμα των τοξικών συστατικών στις τροφές παίρνει πλέον μεγάλες διαστάσεις, μιας και ολοένα και περισσότερες αξιόπιστες μελέτες δημοσιεύονται σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά. Τελικά, δεν είναι μόνο τα ελληνικά τρόφιμα που παράγονται σε περιοχές με ρυπασμένο υδροφόρο ορίζοντα που αποτελούν εν δυνάμει διατροφικό κίνδυνο, αλλά σύμφωνα με μελέτη από το Ινστιτούτο Καρολίνσκα της Στοκχόλμης (ένα από τα πιο έγκυρα Ινστιτούτα στον κόσμο όπου μελετάται η σχέση περιβάλλοντος και υγείας) βρέθηκαν υψηλές συγκεντρώσεις απαραίτητων αλλά και τοξικών ιχνοστοιχείων σε παιδικές τροφές.

Η μελέτη

Η μελέτη των Ljung, Palm, Grander και Vahter με τίτλο «High concentrations of essential and toxic elements in infant formula and infant foods – A matter of concern» δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Food Chemistry (τόμος 127, σελ. 943-951) και συγκρίνει τα επίπεδα των απαραίτητων (δηλ. ασβέστιο, σίδηρος, ψευδάργυρος, μαγγάνιο, χαλκός, σελήνιο και μολυβδένιο) αλλά και των τοξικών (δηλ. αρσενικό, κάδμιο, αντιμόνιο, μόλυβδος και ουράνιο) ιχνοστοιχείων σε παιδικές τροφές και γάλα για νεογνά. Μελετήθηκαν εννέα δείγματα γάλακτος για νεογνά (που προορίζονται για κατανάλωση από νεογνά) και εννέα παιδικές τροφές (που προορίζονται για κατανάλωση από μωρά 4 μηνών). Όλα τα προϊόντα που αναλύθηκαν είναι διαθέσιμα στην πανευρωπαϊκή αγορά και παρασκευάζονται από τις εταιρείες Mead Johnson, Semper, Nestle, Holle, Vitagermine, Hipp και Οrganomix.

Τα ευρήματα

Τα πιο σημαντικά αποτελέσματα της εν λόγω μελέτης αφορούν τη σύγκριση μητρικού γάλακτος με τα γάλατα σε σκόνη που κυκλοφορούν στο εμπόριο για νεογνά. Όλα τα απαραίτητα και τα τοξικά ιχνοστοιχεία (εκτός του χαλκού και του σελήνιου) βρέθηκαν σε σημαντικά αυξημένα επίπεδα στα γάλατα σε σκόνη σε σχέση με το μητρικό γάλα. Με εξαίρεση ενός προϊόντος, όλα τα προϊόντα είχαν υψηλότερες συγκεντρώσεις (σε σχέση με το μητρικό) σε κάδμιο (από 1,3 ως 20 φορές!), μόλυβδο (από 1,6 ως 3 φορές) και σε ουράνιο (από 1,7 ως 46 φορές!) ενώ τρία προϊόντα είχαν αυξημένα επίπεδα αρσενικού (από 2 ως 3 φορές) σε σχέση με το μητρικό γάλα.

Οι τροφές που αναλύθηκαν ήταν σιμιγδάλι, ρυζάλευρο, βρώμη και συνδυασμοί αυτών με φρούτα. Τα πιο σημαντικά ευρήματα αφορούν τις τροφές που περιέχουν ρυζάλευρο ή ρύζι και στις οποίες βρέθηκαν συγκεντρώσεις αρσενικού από 17 ως 33 μg/kg, ενώ όλες οι άλλες τροφές περιείχαν αρσενικό σε επίπεδα 0,2 ως 3 μg/kg. Η κατανάλωση αυτών των τροφών αντί μητρικού γάλακτος οδηγεί σε αυξημένη ημερήσια πρόσληψη των ιχνοστοιχείων από τα νεογνά. Στην περίπτωση των απαραίτητων ιχνοστοιχείων αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί θετικό μιας και οδηγεί σε αυξημένη (σε σχέση με το θηλασμό) πρόσληψη σιδήρου (μέχρι και 141 φορές), μαγγανίου (από 26 ως 2800 φορές). Αν και ακόμα και τα απαραίτητα ιχνοστοιχεία σε μεγάλες συγκεντρώσεις μπορούν να αποκτήσουν τοξική δράση.

Όσον αφορά τα τοξικά ιχνοστοιχεία τα ευρήματα είναι μάλλον ανησυχητικά: η κατανάλωση αυτών των τροφών οδηγεί σε αυξημένη (σε σχέση με το θηλασμό) πρόσληψη αρσενικού (από 1 ως μέχρι και 95 φορές), καδμίου (από 3 ως 270 φορές), μολύβδου (από 1-24 φορές) και ουρανίου (από 21 ως 394 φορές).

Ανάγκη επιφυλακής

Λόγω της αυξημένης πρόσληψης σε αρσενικό, στη Μεγάλη Βρετανία, συστήνεται στα παιδιά μέχρι 4,5 χρονών να μην καταναλώνουν παιδικές τροφές με ρύζι, ενώ στη Δανία η ίδια συμβουλή δίνεται για παιδιά μικρότερα των 10 κιλών σωματικού βάρους. Η ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη σε κάδμιο είναι σήμερα 2,5 μg/kg σωματικού βάρους και η εν λόγω μελέτη δείχνει ότι ένα μωρό που καταναλώνει 3 γεύματα γάλακτος και 2 γεύματα τροφής με ρύζι προσλαμβάνει κάδμιο μέχρι και 5 μg/kg σωματικού βάρους, δηλ. διπλάσιας ποσότητας από την ανεκτή! Τα αναπτυσσόμενα νεφρά των μωρών είναι ιδιαίτερα ευπαθή στο κάδμιο μέχρι την ηλικία των 3 ετών.

Ο ρόλος των ελεγκτικών αρχών

Μερικά ερωτήματα που προκύπτουν από την εν λόγω μελέτη για την χώρα μας είναι τούτα: οι ερευνητές παρασκεύασαν τις τροφές και τα γάλατα χρησιμοποιώντας απιονισμένο (καθαρό από κάθε ιχνοστοιχείο) νερό. Στην Ελλάδα, με τους τόσους ρυπασμένους υδροφορείς, κατά την παρασκευή των παιδικών γευμάτων σε κάθε σπιτικό, το νερό επιμολύνει περαιτέρω με μέταλλα τις παιδικές τροφές. Η επιβάρυνση των παιδιών μας με τοξικά μέταλλα ξεκινά από πολύ μικρή ηλικία και σήμερα αυτό είναι πλέον γνωστό. Ποια αρχή της πολιτείας ασχολείται με την αξιολόγηση και τη διαχείριση αυτού του διατροφικού κινδύνου; Ποια μέτρα θα πάρει η πολιτεία; Ποιες κατευθυντήριες οδηγίες θα πρέπει να εκδώσει ο ΕΦΕΤ;

Πηγή

Νέα έρευνα: Τα αντικαταθλιπτικά είναι συμβατά με το θηλασμό

Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας βρήκαν ότι οι γυναίκες που παίρνουν αντικαταθλιπτικά φάρμακα θηλάζουν περισσότερο εάν συνεχίσουν να παίρνουν τα φάρμακά τους, σε σύγκριση με τις γυναίκες που τα σταματούν γιατί ανησυχούν για την υγεία των μωρών τους.

Τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν στο 18ο ετήσιο συνέδριο της Περιγεννητικής Κοινότητας της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας (Perinatal Society of Australia and New Zealand (PSANZ), που πραγματοποιήθηκε στο Περθ της Αυστραλίας.

Χρησιμοποιώντας δεδομένα από το Danish National Birth Cohort της Δανίας, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας μελέτησαν τα αποτελέσματα από 368 γυναίκες οι οποίες έπαιρναν αντικαταθλιπτικά πριν την εγκυμοσύνη.

«Βρήκαμε ότι τα δύο τρίτα των γυναικών (67%) σταμάτησαν την θεραπεία τους είτε στην εγκυμοσύνη ή κατά τη διάρκεια του θηλασμού», λέει ο Dr Luke Grzeskowiak  από το Ινστιτούτο Ερευνών Robinson του Πανεπιστημίου της Αδελαίδας.

“Το ένα τρίτο των γυναικών (33%) συνέχισαν την λήψη αντικαταθλιπτικών σε όλη την διάρκεια της εγκυμοσύνης και κατά τη διάρκεια του θηλασμού, και αυτές οι γυναίκες πέτυχαν την διατήρηση της γαλουχίας μέχρι και μετά τους έξη μήνες. Αντίθετα, οι γυναίκες εκείνες που σταμάτησαν τα αντικαταθλιπτικά ήταν επίσης πολύ πιο πιθανό να σταματήσουν το θηλασμό πριν τους έξη μήνες».

Ο Dr Grzeskowiak επισημαίνει ότι τα οφέλη στην υγεία από την συνέχιση του θηλασμού ξεπερνούν κατά πολύ τον υποτιθέμενο κίνδυνο που μπορεί να έχει το μωρό από την θεραπεία με αντικαταθλιπτικά.

«Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό μήνυμα, γιατί γνωρίζουμε ότι ο θηλασμός έχει αναρίθμητα οφέλη για την υγεία τόσο του μωρού όσο και της μητέρας, συμπεριλαμβανομένου ενός βαθμού προστασία από την επιλόχειο κατάθλιψη», προσθέτει ο ίδιος.

«Το ποσοστό των αντικαταθλιπτικών ουσιών που φτάνει στο γάλα της μητέρας, είναι πολύ χαμηλό. Επιπροσθέτως, πιστεύουμε ότι η συνέχιση της αντικαταθλιπτικής θεραπείας και η διατήρηση του θηλασμού έχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα τόσο για τη μητέρα όσο και για το μωρό».

Ο Dr Grzeskowiak λέει ότι πολλές γυναίκες βασανίζονται για να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τη θεραπεία τους τόσο κατά την εγκυμοσύνη, όσο και κατά το θηλασμό.

«Εάν παίρνουν αντικαταθλιπτικά, θα πρέπει να υποστηρίζονται και να ενθαρρύνονται από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, από τους φίλους και από τους επαγγελματίες υγείας να συνεχίσουν τη θεραπεία τους, γνωρίζοντας ότι ο θηλασμός είναι πολύ σημαντικός για τις ίδιες και για τα μωρά τους».

Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο Υγείας και Ιατρικών Ερευνών (National Health and Medical Research Council) και από το Women’s and Children’s Hospital Foundation.

Μετάφραση: Βίκυ Φαρδογιάννη – Πιστοποιημένη Σύμβουλος Θηλασμού IBCLC

Πηγή: http://www.adelaide.edu.au/news/news69842.html

Τοξίνες στο μητρικό γάλα

Του Dr Jack Newman

 

Που και που εμφανίζονται κάποιες έρευνες οι οποίες δείχνουν ότι το μητρικό γάλα περιέχει τοξίνες και φυσικά τα ΜΜΕ τρομοκρατούν τις μητέρες, ωθώντας τες είτε να διακόψουν το θηλασμό ή να μην τον αρχίσουν καν. Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που αξίζει να γνωρίζετε σχετικά μ’ αυτές τις έρευνες και τις τοξίνες στο μητρικό γάλα.

Καταρχήν, ο λόγος που οι έρευνες αυτές γίνονται στο μητρικό γάλα δεν είναι επειδή οι ερευνητές ανησυχούν για τις τοξίνες στο μητρικό γάλα, αλλά γιατί το μητρικό γάλα είναι ένα εύκολο δείγμα για να το πάρει κανείς. Δεν υπάρχει λόγος να ταλαιπωρήσουν τη μητέρα με το να τους πάρουν αίμα ή λίπος.

Δεύτερον, αν και το μητρικό γάλα πράγματι μπορεί να περιέχει τοξίνες, η φόρμουλα περιέχει τοξίνες επίσης. Εφόσον όλα τα πράγματα στον κόσμο είναι μολυσμένα, δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε από τη φόρμουλα να μην περιέχει τοξίνες.

Η έρευνα των Shelle-Ann M Burrell, Christopher Exley που παρουσιάζεται στο περιοδικό Pediatrics 2010;10:63, καταλήγει: “Αν και είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες ότι οι φόρμουλες είναι επιμολυσμένες με σημαντικές ποσότητες αλουμινίου, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ως τώρα ότι οι κατασκευαστές έχουν δει αυτό το θέμα ως ένα σοβαρό θέμα υγείας. Το αλουμίνιο έχει κατηγορηθεί για διάφορες παθήσεις. Υπάρχουν αποδείξεις ότι είναι τοξικό για τα μωρά, ειδικά για τα πρόωρα και εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει πάρα πολύ αλουμίνιο στις βρεφικά γάλατα».

Άρα λοιπόν, οι τοξίνες δεν είναι καλές, αλλά πρέπει οι μητέρες να σταματήσουν να θηλάζουν εξαιτίας τους; Και βέβαια όχι, αφού ο θηλασμός στην πραγματικότητα μειώνει τις δυσάρεστες συνέπειες των τοξινών όπου κι αν βρίσκονται αυτές.

Τα δεδομένα:

  • Οι τοξίνες αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαφορών ειδών καρκίνου. Και η έρευνα δείχνει ότι τα θηλάζοντα βρέφη έχουν μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου από ότι τα βρέφη που  πίνουν φόρμουλα.
  • Οι τοξίνες μπορεί να επηρεάσουν το νευρικό σύστημα και την ικανότητα μάθησης. Και η έρευνα δείχνει ότι τα παιδιά που έχουν θηλάσει έχουν καλύτερα αποτελέσματα στα τεστ νευρολογικής και μαθησιακής ανάπτυξης απ’ ότι τα παιδιά που έχουν σιτιστεί με φόρμουλα και όσο πιο πολύ καιρό έχουν θηλάσει, τόσο καλύτερα τα αποτελέσματα.
  • Οι τοξίνες μπορούν να επηρεάσουν το ανοσοποιητικό σύστημα. Και η έρευνα δείχνει ότι τα παιδιά που έχουν θηλάσει έχουν πιο δυνατό και ώριμο ανοσοποιητικό και ότι αυτή η καλύτερη κατάσταση κρατάει για πολύ καιρό μετά τον αποθηλασμό των παιδιών.

Τι θα πρέπει να κάνουν λοιπόν οι μητέρες;

Εάν θηλάζετε το παιδί σας, κάνετε το καλύτερο τόσο για το ίδιο, όσο και για τον κόσμο ολόκληρο. Ο θηλασμός είναι φιλικός προς το περιβάλλον, αντίθετα με την κατασκευή της φόρμουλα η οποία μολύνει το περιβάλλον. Το γεγονός ότι υπάρχουν τοξικές ουσίες στο μητρικό γάλα δεν πρέπει να μας αποτρέπει από το να θηλάζουμε, αλλά να μας κάνει να θηλάζουμε ακόμη περισσότερο αφού το μητρικό γάλα μειώνει τις δυσάρεστες συνέπειες των τοξινών που υπάρχουν παντού γύρω μας.

Πηγή: https://www.facebook.com/DrJackNewman/posts/230700940414293

Μετάφραση-Επιμέλεια: Βίκυ Φαρδογιάννη, Πιστοποιημένη Σύμβουλος Μητρικού Θηλασμού IBCLC

 

Χημικά κατάλοιπα στο μητρικό γάλα

Δήλωση του IBFAN για τη βρεφική και παιδική διατροφή και τα χημικά κατάλοιπα 

Οι γονείς, οι φροντιστές παιδιών και οι επαγγελματίες υγείας ανησυχούν εύλογα για όλα τα προβλήματα που σχετίζονται με τη βρεφική και παιδική διατροφή σε έναν μολυσμένο κόσμο. Η επαναλαμβανόμενη αδυναμία των συστημάτων να προστατεύσουν την ασφάλεια των παιδικών τροφίμων και η παρουσία τοξικών ουσιών και χημικών καταλοίπων στα τρόφιμα μπορούν να έχουν βλαβερές συνέπειες για την υγεία των παιδιών.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι γονείς, οι φροντιστές και οι επαγγελματίες υγείας έχουν ανάγκη από αντικειμενική και ανεξάρτητη πληροφόρηση σχετικά με τους κινδύνους της περιβαλλοντικής ρύπανσης. Η Δήλωση του IBFAN του 2013 για τη Βρεφική και Παιδική Διατροφή και τα Χημικά Κατάλοιπα παρέχει αυτή την πληροφόρηση, βασιζόμενη σε σύγχρονα τεκμηριωμένα δεδομένα, αξιολογημένων επιστημονικών ερευνών.  

Βασικά σημεία:

  1. Εκτιμάται πως κάθε ανθρώπινος οργανισμός περιέχει ως και 200 τεχνητές χημικές ουσίες. Όλοι οι άνθρωποι και η άγρια χλωροπανίδα φέρουν αυτό το «σωματικό φορτίο» βιομηχανικών χημικών. Πρόκειται για ουσίες έμμονες, που συσσωρεύονται στους οργανισμούς, όσο μετακινούνται στα ανώτερα στρώματα της τροφικής αλυσίδας.
  2. Τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες φέρουν αυτό το σωματικό φορτίο, εξαιτίας της έκθεσης σε χημικές ουσίες. Πολλές από αυτές είναι λιποδιαλυτές, δηλαδή διαλύονται στο σωματικό λίπος, οπότε και τα επίπεδά τους μπορούν να μετρηθούν στους ιστούς και τα υγρά του σώματος: το αίμα, τον ορό, τα ούρα, το σπέρμα, το ανθρώπινο ομφαλοπλακουντιακό αίμα και το μητρικό γάλα.
  3. Η έρευνα δείχνει πως οι χημικές αυτές ουσίες μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τους ανθρώπους και τη χλωροπανίδα. Γνωρίζουμε πως ορισμένες από αυτές είναι καρκινογόνες, άλλες είναι νευροτοξικές, άλλες επιβαρύνουν το ανοσοποιητικό και το ενδοκρινικό σύστημα, σχετίζονται με την εμφάνιση χρόνιων ασθενειών και μπορούν να επηρεάσουν την αναπαραγωγική ικανότητα μεταξύ γενεών. Ωστόσο, γνωρίζουμε ελάχιστα για το πώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
  4. Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στις επιπτώσεις της έκθεσης σε χημικές ουσίες, καθώς βρίσκονται στα πιο ευαίσθητα στάδια της ανθρώπινης ανάπτυξης. Η ενδομήτρια έκθεση σε χημικά, όταν το έμβρυο βρίσκεται στη μήτρα της μητέρας του, μας ανησυχεί περισσότερο από ό,τι η μεταγεννητική έκθεση, όταν δηλαδή το βρέφος εκτίθεται μετά από τον τοκετό σε υπολείμματα χημικών που ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα ή σε ουσίες που ανιχνεύονται στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος και τα μπιμπερό.
  5. Το μητρικό γάλα περιέχει προστατευτικούς παράγοντες και βοηθά το παιδί να αναπτύξει ένα εύρωστο ανοσοποιητικό σύστημα. Ο μητρικός θηλασμός μπορεί να μετριάσει τις επιπτώσεις της ενδομήτριας έκθεσης σε χημικές ουσίες, ενώ η σίτιση με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος δεν παρέχει τέτοιου είδους προστασία ή άμβλυνση των επιπτώσεων.
  6. Η σίτιση με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος συνδέεται με έντονο αποτύπωμα άνθρακα και συμβάλλει σημαντικά στη μόλυνση του περιβάλλοντος από τέτοιες χημικές ουσίες. Οι νομοθέτες πρέπει να αφυπνιστούν, ώστε να συντάξουν νομοθεσία για τη μείωση των αποβλήτων και τη μόλυνση που επέρχεται από την παραγωγή, τη διανομή και τη διάθεση των μη βιοδιασπώμενων προϊόντων σίτισης με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος.
  7. Τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος πρώτης και δεύτερης βρεφικής ηλικίας, καθώς κι εκείνα που προορίζονται για νήπια, όλες οι βιομηχανοποιημένες βρεφικές τροφές, και πολύ περισσότερο οι βιομηχανοποιημένες τροφές για μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες, μπορεί να έχουν μολυνθεί – και μάλιστα συχνά σε υψηλότερες τιμές – από τα ίδια χημικά κατάλοιπα που ανιχνεύονται και στο μητρικό γάλα. Η έκθεση σε ορισμένες από αυτές τις ουσίες μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί μέσω των πολυανθρακικών πλαστικών μπιμπερό και κυπέλλων που χρησιμοποιούνται για τη χορήγηση αυτών των τροφίμων και ροφημάτων σε βρέφη και μικρά παιδιά ή μέσω της επιμόλυνσης των τροφίμων και των ροφημάτων από μπιμπερό σίτισης και την εσωτερική επίστρωση σε κονσέρβες και συσκευασίες τροφίμων.
  8. Τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος σε σκόνη είναι πιθανόν εγγενώς μολυσμένα με βακτήρια. Τα ανασυσταθέντα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος πρώτης βρεφικής ηλικίας έχουν πιθανόν μολυνθεί από διαφορετικά βακτήρια, μέσω της λανθασμένης προετοιμασίας, του χειρισμού και της αποθήκευσης. Για την αποφυγή βλαβών από τέτοιες μορφές επιμόλυνσης, είναι πολύ σημαντικό να ακολουθούνται πιστά οι συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) για την προετοιμασία των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος σε σκόνη για την πρώτη βρεφική ηλικία.
  9. Με εξαίρεση τα περιστατικά βιομηχανικών ατυχημάτων και ιδιαίτερα αυξημένων τιμών επικίνδυνων υπολειμμάτων έπειτα από βιομηχανικά ατυχήματα, ο IBFAN τονίζει τη σύσταση για την προστασία, την προώθηση και την υποστήριξη του μητρικού θηλασμού. Η σύσταση αυτή ισχύει, ακόμη κι όταν υπάρχουν ενδείξεις για την παρουσία χημικών ουσιών στο μητρικό γάλα, διότι τα οφέλη του μητρικού θηλασμού υπερτερούν σημαντικά οποιασδήποτε πιθανής βλάβης. Επιπλέον, ο IBFAN συστήνει να μην επηρεάζει η δημόσια συζήτηση για την ανίχνευση χημικών ουσιών στο μητρικό γάλα την απόφαση των μητέρων για το αν θα θηλάσουν ή όχι.
  10. Οι μέλλοντες γονείς και οι φροντιστές παιδιών πρέπει να ενημερώνονται για πρακτικούς τρόπους μείωσης της έκθεσης σε τοξικές χημικές ουσίες. Όλοι μας πρέπει να πρεσβεύουμε τη μείωση της ποσότητας χημικών ουσιών στο περιβάλλον μας και να αντιτασσόμαστε στο ισχυρό λόμπι της βιομηχανίας των πλαστικών και των χημικών.

Βασικά μηνύματα του IBFAN 

  • Ο θηλασμός είναι η φυσιολογική μέθοδος σίτισης για βρέφη και μικρά παιδιά. Οποιαδήποτε άλλη μορφή σίτισης είναι κατώτερη. Ο άμεσος (εντός μίας ώρας από τη γέννηση), αποκλειστικός (για έξι μήνες) και έπειτα συνεχιζόμενος (με επαρκείς και ασφαλείς συμπληρωματικές τροφές) θηλασμός για τουλάχιστον δύο χρόνια παρέχει τη βέλτιστη, μοναδική και απόλυτα ισορροπημένη διατροφή για το μωρό, ακόμη και σε ένα μολυσμένο περιβάλλον.
  • Ο θηλασμός ενέχει πολλά αναντικατάστατα οφέλη για την υγεία της μητέρας και του παιδιού, οικονομικά οφέλη για τις οικογένειες, τις κοινότητες, τις κοινωνίες και τα συστήματα υγείας και οικολογικά οφέλη για το περιβάλλον.
  • Οι έγκυες και οι θηλάζουσες μητέρες έχουν δικαίωμα σε πλήρη και αντικειμενική πληροφόρηση. Έτσι, θα μπορούν να είναι ενήμερες για τα προβλήματα που προκαλούνται από τους χημικούς ρύπους στα σωματικά υγρά τους, ενώ θα πρέπει να μάχονται, σε συνεργασία με ομάδες υποστήριξης του θηλασμού και του περιβάλλοντος, για τη μείωση των χημικών υπολειμμάτων στα τρόφιμα και το περιβάλλον.
  • Όλοι οι πολίτες θα πρέπει να συμμετέχουν στη διάδοση της γνώσης για τους κινδύνους της μόλυνσης του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων κι όσων προκαλούνται από τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, τη διατροφή με μπιμπερό και την αδικαιολόγητη χρήση βιομηχανοποιημένων βρεφικών τροφών, ενώ παράλληλα πρέπει να απαιτούν από τις κυβερνήσεις τους να ενεργούν κατά το μέγιστο δυνατό προς το συμφέρον τους.

Συγκριτικά με το 2000, οπότε και δημοσιεύτηκε η πρώτη Έκθεση του ΙΒFAN για το Θηλασμό και τις Διοξίνες, πλέον γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τα χημικά κατάλοιπα στο μητρικό γάλα, τα υποκατάστατα του μητρικού γάλακτος, τα μπιμπερό και τις βρεφικές τροφές. Κατά συνέπεια, το αντικείμενο αυτής της αναθεωρημένης δήλωσης διευρύνεται, ώστε να καλύψει κι άλλα χημικά κατάλοιπα που ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα, πέρα από τις διοξίνες. Καλύπτει επίσης και τις ουσίες που μπορούν να επιμολύνουν τα υποκατάστατα του μητρικού γάλακτος και τις βρεφικές τροφές, καθώς κι εκείνες που ανιχνεύονται στα μπιμπερό και τις θηλές τους.

Η περαιτέρω έρευνα έχει αναδείξει την πιθανότητα βλαβών εξαιτίας της έκθεσης σε χημικές ουσίες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, σε μια περίοδο όπου οι ιστοί και τα όργανα του αγέννητου παιδιού αναπτύσσονται ραγδαία. Πλέον γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τις ωφέλιμες συνέπειες του μητρικού θηλασμού και το ρόλο του στην άμβλυνση των επιπτώσεων της ενδομήτριας έκθεσης σε χημικές ουσίες. Αντίστροφα, γνωρίζουμε καλύτερα τους κινδύνους των μολυσμένων υποκατάστατων μητρικού γάλακτος και των προϊόντων βρεφικής διατροφής, καθώς είναι γεγονός ότι η σίτιση με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος δεν παρέχει κάποια προστασία στα βρέφη που έχουν εκτεθεί σε χημικές ουσίες κατά την ενδομήτρια ζωή. (1,2)

Οι πιθανές βλάβες για τη σημερινή γενιά μητέρων και παιδιών, από την έκθεση σε βιομηχανικές χημικές ουσίες, δεν αποτελούν το μόνο παράγοντα που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αναθεώρηση της Έκθεσης του IBFAN του 2000. Πρέπει επίσης να εξετάσουμε το οικολογικό αποτύπωμα και τις επιπτώσεις της χρήσης υποκατάστατων μητρικού γάλακτος για τις μέλλουσες γενιές. Αυτές οι επιπτώσεις θα επιδεινωθούν, αν αποθαρρύνεται ο μητρικός θηλασμός, εξαιτίας της ανίχνευσης χημικών ουσιών στο μητρικό γάλα. Παράλληλα, δεν πρέπει να εξετάσουμε μόνο την άμεση – πρώιμη ή όψιμη – τοξική δράση όλων αυτών των συστατικών. Πρέπει να σημειώσουμε και την πιο δυσδιάκριτη δράση τους, ως χημικών ουσιών που διαταράσσουν το ενδοκρινικό σύστημα, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο μιμούνται τα οιστρογόνα. Πρέπει να εξετάσουμε τις πιθανές συνέπειες των ενδοκρινικών διαταρακτών στις μέλλουσες γενιές και στην εξέλιξή μας ως είδους. Κι αυτό που έχει περισσότερη σημασία είναι πως πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι το φορτίο της χημικής μόλυνσης στον πλανήτη μας, όπως αυτό καταδεικνύεται από την παρουσία υπολειμμάτων στο μητρικό γάλα, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, μεταφέρεται ραγδαία από πληθυσμούς υψηλού εισοδήματος προς εκείνους με χαμηλότερο εισόδημα. Αυτό οφείλεται σε δύο αλληλένδετους παράγοντες: την ανακατανομή της βιομηχανίας και την ελλιπή περιβαλλοντική νομοθεσία στις νέες χώρες εγκατάστασης βιομηχανιών.

Όλα τα χημικά κατάλοιπα που ανιχνεύονται στο ανθρώπινο είδος και στην άγρια χλωροπανίδα αποτελούν ξενοβιοτικές ουσίες (3), οι οποίες κατασκευάζονται από τη βιομηχανία, ή ρύποι που διασπείρονται στη βιόσφαιρα και τις τροφικές αλυσίδες. Αυτά τα χημικά απαρτίζουν το «σωματικό φορτίο» που ανιχνεύεται σε όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο στο μητρικό γάλα, το οποίο χρησιμοποιείται συνήθως για τη μέτρηση του «σωματικού φορτίου» στο ανθρώπινο είδος. Μερικά από αυτά τα τεχνητά χημικά είναι προϊόντα που προορίζονται για διαφορετικές χρήσεις: χημικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται στη γεωργία (π.χ. εντομοκτόνα, λιπάσματα) ή στις βιομηχανίες και βιοτεχνίες (π.χ. συσκευασίες τροφίμων, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές), συντελεστές σε άλλες χημικές διεργασίες (π.χ. παραγωγή χρωμάτων, πρόσθετα και συντηρητικά τροφίμων), συστατικά και πρόσθετα άλλων προϊόντων (π.χ. βενζίνη, καύσιμα πυραύλων, καθαριστικά υγρά, καλλυντικά). Μερικά άλλα είναι ακούσια παραπροϊόντα κάποιων βιομηχανικών διαδικασιών: οι διοξίνες και τα φουράνια, για παράδειγμα, αποτελούν παραπροϊόντα διαφόρων διεργασιών υψηλής θερμοκρασίας που εφαρμόζονται κατά την παραγωγή χάλυβα ή τσιμέντου ή κατά την καύση απορριμμάτων. Οι περισσότερες από αυτές τις χημικές ουσίες καταλήγουν στην τροφική αλυσίδα κι έτσι αφομοιώνονται από τους ανθρώπους. Μπορούν επίσης να απορροφηθούν από το δέρμα και το αναπνευστικό σύστημα. Ανιχνεύονται στο αίμα και σε διάφορους ιστούς του σώματος, συμπεριλαμβανομένου του ομφαλοπλακουντιακού αίματος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα, όταν μολύνουν τα βλαστικά κύτταρα, από τα οποία προκύπτουν τα σπερματοζωάρια και τα ωάρια, επηρεάζοντας έτσι την αναπαραγωγή και την υγεία των μελλοντικών γενεών. Μερικές από αυτές τις τοξικές ουσίες, μεταξύ των οποίων και οι διοξίνες, έχουν την τάση να συγκεντρώνονται στο σωματικό λίπος και παρουσιάζουν υψηλή υπολειμματική δράση στο σώμα μας και στο περιβάλλον, καθώς είναι πιθανό να μην αποβάλλονται για αρκετές δεκαετίες.

Το μητρικό γάλα αναφέρεται μερικές φορές ως πηγή διοξινών και άλλων χημικών υπολειμμάτων. Αυτό οφείλεται στο ότι το μητρικό γάλα περιέχει υψηλό ποσοστό λίπους και στο ότι οι λιποδιαλυτοί ρύποι ανιχνεύονται σχετικά εύκολα σε αυτό. Δεν οφείλεται στο ότι το μητρικό γάλα είναι πιο μολυσμένο σε σχέση με άλλα μέρη του σώματος ή στο ότι τα κατάλοιπα στο μητρικό γάλα προκαλούν μεγαλύτερη βλάβη, από εκείνα που ανιχνεύονται σε άλλα μέρη του σώματος. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι η έκθεση στα χημικά κατάλοιπα μέσω του πλακούντα είναι πολύ πιο επικίνδυνη για την υγεία του νεογνού από την έκθεση μέσω του μητρικού γάλακτος. Για παράδειγμα, η αυξημένη μόλυνση από φυτοφάρμακα, πολυχλωριούχα διφαινύλια (PCB) ή διοξίνες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να βλάψει την εμβρυική (4) και παιδική ανάπτυξη και να διαταράξει την ομαλή ανάπτυξη πολλών ιστών και οργάνων, κυρίως του ψυχονευροενδοκρινικού και του ανοσοποιητικού συστήματος. Εντούτοις, έχει αποδειχτεί πως ο μητρικός θηλασμός μετριάζει ή ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις μερικών βλαβών που προκαλούνται από την έκθεση σε αυτές τις ουσίες κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ζωής. Η διατροφή με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος δεν έχει προστατευτική ή μειωτική δράση. Αντίθετα, ο μητρικός θηλασμός αποδεδειγμένα μετριάζει ή ελαχιστοποιεί τις συνέπειες μερικών βλαβών που προκαλούνται από την έκθεση σ’ αυτές τις ουσίες κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ζωής. Ο θηλασμός, ακόμη και σε ένα μολυσμένο περιβάλλον και μετά από διόρθωση ως προς διάφορα επίπεδα έκθεσης σε χημικές ουσίες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, έχει μία τόσο θετική επίπτωση στη σίτιση, την υγεία και την εξέλιξη των παιδιών, ώστε οι περισσότεροι επαγγελματίες υγείας να συστήνουν την προστασία, την προώθηση και την υποστήριξή του.

Ο IBFAN ενστερνίζεται τις διεθνείς συστάσεις για την υγεία 

Με εξαίρεση τα περιστατικά βιομηχανικών ατυχημάτων και υπερβολικά υψηλών επιπέδων επικίνδυνων υπολειμμάτων μετά από βιομηχανικά ατυχήματα, ο IBFAN υποστηρίζει πλήρως τη σύσταση για την προστασία, προώθηση και υποστήριξη του μητρικού θηλασμού, ακόμη κι όταν αποδεδειγμένα υπάρχουν χημικά κατάλοιπα στο μητρικό γάλα, καθώς τα οφέλη του μητρικού θηλασμού υπερτερούν κατά πολύ οποιασδήποτε πιθανής βλάβης. Επιπλέον, ο IBFAN συστήνει και προειδοποιεί ότι η δημόσια συζήτηση για την ανίχνευση χημικών ουσιών στο μητρικό γάλα δεν θα πρέπει να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την απόφαση μιας μητέρας να θηλάσει. Εντούτοις, ο IBFAN ενθαρρύνει την τακτική βιολογική παρακολούθηση του μητρικού γάλακτος και άλλων σωματικών ιστών σε χώρες και περιοχές που έχουν υποστεί περιβαλλοντική μόλυνση από τέτοιες ουσίες, ενώ οι μητέρες κι ο ευρύτερος πληθυσμός πρέπει να ενημερώνεται με διαφανείς διαδικασίες για τα ευρήματα τέτοιων μελετών. Η διαδικασία αυτή θα βοηθήσει στην επιβολή αυστηρότερων κανονισμών για την προστασία του περιβάλλοντος και του μητρικού θηλασμού, ωφελώντας τελικά το σύνολο του πληθυσμού, κι όχι μόνο τις μητέρες και τα παιδιά.

Τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος πρώτης και δεύτερης βρεφικής ηλικίας και νηπίων, καθώς και όλα τα είδη βιομηχανοποιημένων βρεφικών τροφών, και πολύ περισσότερο οι βιομηχανοποιημένες τροφές για μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες, είναι πιθανό να είναι μολυσμένα από τα ίδια χημικά κατάλοιπα που ανιχνεύονται και στο μητρικό γάλα, και συχνά σε υψηλότερα επίπεδα. Η έκθεση σε μερικές από αυτές τις ουσίες μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω των πολυανθρακικών πλαστικών μπιμπερό και ποτηριών που χρησιμοποιούνται για τη χορήγηση αυτών των τροφών και ροφημάτων σε βρέφη και μικρά παιδιά ή με τη μεταφορά τους σε τροφές και ποτά από την εσωτερική επίστρωση σε μπιμπερό, κονσέρβες και συσκευασίες τροφίμων. Επιπλέον, η μαζική παραγωγή υποκατάστατων μητρικού γάλακτος και βρεφικών τροφών συντελεί στην περιβαλλοντική ρύπανση μέσω:

  • Της επιφάνειας της γης, του όγκου του νερού και της ποσότητας λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και αποβλήτων που χρησιμοποιούνται και παράγονται (συχνά μετά από την καταστροφή δασικών εκτάσεων) για την εκτροφή και σίτιση αγελάδων και από τη γαλακτοβιομηχανία
  • Της ποσότητας σε χαρτί, πλαστικά υλικά, γυαλί, καουτσούκ και πρώτες ύλες, που απαιτούνται για τη συσκευασία και τη διάθεσή τους στις αγορές.
  • Του όγκου του νερού, των χημικών διεργασιών και της ενέργειας που απαιτούνται για την παραγωγή και μεταφορά τους.
  • Του όγκου του νερού, των υλικών, των εργαλείων, των χημικών και της ενέργειας που απαιτούνται για την κατ’ οίκον προετοιμασία και χορήγησή τους σε βρέφη και μικρά παιδιά.
  • Του όγκου των μη βιοδιασπώμενων αποβλήτων, των οποίων η διάθεση συχνά συνίσταται στην απλή απόρριψή τους σε χωματερές ή χώρους υγειονομικής ταφής, την απλή καύση ή αποτέφρωσή τους ή (ελπίζουμε) την ανακύκλωσή τους, όπου αυτό είναι εφικτό.

Όλα αυτά συνιστούν περιττή χρήση περιορισμένων πόρων, η οποία συντελεί στην ενίσχυση του αποτυπώματός μας σε γη, υδάτινους πόρους, πρώτες ύλες και άνθρακα, με τις γνωστές συνέπειες στην υπερθέρμανση του πλανήτη, την κλιματική αλλαγή, τη γεωργία, την ασφάλεια των τροφίμων, τη διατροφή και την υγεία. Επιπλέον, η ειρωνία είναι πως, με δεδομένο ότι κάποιες από αυτές τις διαδικασίες εκπέμπουν επιβλαβείς ουσίες στο περιβάλλον, η ενδεχόμενη απόφαση να μη θηλάσει μια γυναίκα, εξαιτίας των χημικών στο μητρικό γάλα, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων αυτών των ουσιών στο περιβάλλον.

Η έκκληση του IBFAN για δράση

Ο IBFAN καλεί επειγόντως τους ιθύνοντες στη βιομηχανία και την πολιτική να υιοθετήσουν πρωτοβουλίες φιλικές προς το περιβάλλον για την παραγωγή και τη διάθεση απορριμμάτων, να προάγουν την ενημέρωση για τους οικολογικούς κινδύνους και να δημιουργήσουν το κατάλληλο νομικό πλαίσιο, ώστε να αποτρέψουν την επιβλαβή μόλυνση του περιβάλλοντός μας και να προστατεύσουν την υγεία των παιδιών μας, τόσο των τωρινών όσο και των μελλοντικών γενεών. Ελπίζουμε πως η παγκόσμια εφαρμογή της Συνθήκης της Στοκχόλμης περί Έμμονων Οργανικών Ρύπων, η οποία απαγορεύει την παραγωγή και χρήση διάφορων ιδιαίτερα επίμονων και τοξικών χημικών ουσιών, θα οδηγήσει σε έναν κόσμο χωρίς χημικά κατάλοιπα. Ο αριθμός των απαγορευμένων ουσιών ανερχόταν αρχικά σε 12, αλλά ανασκοπείται σε τακτά χρονικά διαστήματα, όταν υπάρχουν ενδείξεις βλαβών. Ο αυστηρός έλεγχος που εφαρμόζεται από ορισμένες χώρες στην εκπομπή χημικών ρύπων στον αέρα, το έδαφος και το νερό έχει οδηγήσει σε μια προοδευτική μείωση του περιβαλλοντικού τους φορτίου, όπως αναφέρει η τελευταία έρευνα που συντονίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) και το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP). Αυτή η μείωση, η οποία στοχεύει σε ένα περιβάλλον – και κατά συνέπεια και σε μητρικό γάλα – πλήρως απαλλαγμένο από χημικά κατάλοιπα, είναι εφικτή και σε χώρες που εκβιομηχανίστηκαν πρόσφατα, εάν η πίεση από τους πολίτες, τις γυναίκες και τις μητέρες στην πρώτη γραμμή αποτελέσει το κίνητρο για κατάλληλες πολιτικές δεσμεύσεις.

«Με δεδομένο ότι ο μητρικός θηλασμός μειώνει την παιδική θνησιμότητα και ενέχει οφέλη που εκτείνονται μέχρι την ενηλικίωση, έχει γίνει κάθε προσπάθεια για την προστασία, προώθηση και στήριξη του μητρικού θηλασμού στο πλαίσιο αυτών των μελετών. (….) Παρότι το μητρικό γάλα παραμένει η καλύτερη τροφή για τα βρέφη, έχει επηρεαστεί ακούσια από ανεπιθύμητες χημικές ουσίες από το περιβάλλον μας, ως αποτέλεσμα του ότι καταναλώνουμε τροφές και ποτά και ζούμε σε έναν τεχνολογικά προηγμένο κόσμο. Εντούτοις, μόνο η παρουσία μιας περιβαλλοντικής χημικής ουσίας στο ανθρώπινο γάλα δεν υποδεικνύει απαραίτητα κάποιο σοβαρό κίνδυνο για την υγεία των βρεφών που τρέφονται αποκλειστικά με μητρικό γάλα. Είναι ελάχιστες, ίσως και ανύπαρκτες, οι επιπτώσεις που έχουν καταγραφεί ως αποκλειστικά συνδεδεμένες με την κατανάλωση μητρικού γάλακτος που περιέχει συσσωρευμένα υψηλά επίπεδα περιβαλλοντικών χημικών ουσιών, και καμία από αυτές δεν έχει αποδειχτεί κλινικά ή επιδημιολογικά. Μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις εξαιρετικά υψηλών επιπέδων μόλυνσης έχουν υπάρξει επιπτώσεις από την κατανάλωση μητρικού γάλακτος. Αντιθέτως, οι επιδημιολογικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι το μητρικό γάλα και ο μητρικός θηλασμός παρέχουν σημαντικά και μετρήσιμα οφέλη στην υγεία των παιδιών και των μητέρων που θηλάζουν (5,6)“.

[1] Ο IΒFAN είναι ένα παγκόσμιο δίκτυο που αποτελείται από περισσότερες από 250 ομάδες επαγγελματιών υγείας και καταναλωτών σε περισσότερες από 168 χώρες. Σκοπός του είναι η προστασία, προώθηση και υποστήριξη του μητρικού θηλασμού, η παρακολούθηση της κατάλληλης προώθησης και διανομής των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος και συμπληρωματικών τροφών και η προώθηση και υποστήριξη χρονικά κατάλληλων συμπληρωματικών πρακτικών σίτισης, χρησιμοποιώντας επαρκείς τροφές των τοπικών κοινωνιών.

[2] Το Παράρτημα 1 καταγράφει, μεμονωμένα ή σε ομάδες, τα χημικά κατάλοιπα που καλύπτονται από αυτή την Έκθεση και παρέχει μερικές πληροφορίες για κάθε ένα από αυτά. Το Παράρτημα 2 καταγράφει όλα τα έγγραφα που ελήφθησαν υπόψη για τη σύνταξη αυτής της Έκθεσης.

(3) Ξενοβιοτικά λέγονται οι χημικές ουσίες που ανιχνεύονται σε έναν οργανισμό, αλλά δεν παράγονται συνήθως από αυτόν ή δεν είναι φυσιολογικό να ανιχνεύονται σε αυτόν ή που ανιχνεύονται σε συγκεντρώσεις πολύ υψηλότερες από ό,τι οι συνηθισμένες.

[4] Η εμβρυϊκή ανάπτυξη είναι εκείνη που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης του αγέννητου παιδιού στη μήτρα.

[5] Fourth WHO-Coordinated Survey of Human Milk for Persistent Organic Pollutants with UNEP. Guidelines for Developing a National Protocol. Revised 1 October 2007

[6] Για ανασκόπηση σχετικών μελετών βλ. Cattaneo A, Lehners M. Letter published in Environmental Health Perspectives, September 2004: http://www.ibfan.org/prents_corner-residues-more-letter.html

Παράρτημα 1

 

Σημείωση: Ο κατάλογος των χημικών υπολειμμάτων ή των οικογενειών χημικών υπολειμμάτων του παραρτήματος αυτού δεν είναι πλήρης, καθώς αποφασίσαμε να εξετάσουμε μόνο τις ουσίες, για τις οποίες υπάρχει πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό και που αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος σημαντικών πολιτικών και κανονισμών σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιπρόσθετα, το παράρτημα αυτό αναφέρει μόνο δεδομένα που κρίθηκαν ως σχετικά με τους σκοπούς του παρόντος εγγράφου. Για περισσότερες λεπτομέρειες για τις ουσίες που περιλαμβάνονται ή δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα αυτό, οι αναγνώστες καλούνται να μελετήσουν τα άρθρα που απαριθμούνται στο Παράρτημα 2 ή να συμβουλευτούν άλλα άρθρα και έγγραφα.

Βενζο[a]πυρένιο και Πολυκυκλικοί Αρωματικοί Υδρογονάνθρακες (PAH)

Όπως το βενζόλιο, το τολουόλιο, το ναφθαλένιο και πολλές άλλες ενώσεις, το βενζο[a]πυρένιο ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των λεγόμενων πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (PAH). Οι μεταβολίτες του προκαλούν μεταλλάξεις και είναι εξαιρετικά καρκινογόνοι, ενώ το ίδιο ταξινομείται ως καρκινογόνος ουσία Κατηγορίας 1 από τονIARC. Η ένωση ανήκει στην κατηγορία των βενζοπυρένιων, σχηματίζεται από τη συγκόλληση ενός δακτυλίου βενζολίου σε πυρένιο και είναι αποτέλεσμα ατελούς καύσης σε θερμοκρασίες μεταξύ 300 ºC (527 ºF) και 600 ºC (1.112 °F).

Οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH) αποτελούν παραπροϊόν της ατελούς καύσης ή της κατάκαυσης οργανικών ουσιών, όπως τα τσιγάρα, η βενζίνη, το ξύλο, τα τρόφιμα, τα απορρίμματα. Έτσι, ανιχνεύονται στον καπνό των τσιγάρων, σε τροφές που ψήνονται στο γκριλ ή στη σχάρα, στα αέρια των εξατμίσεων, στις αναθυμιάσεις από την καύση ξύλου ή την αποτέφρωση απορριμμάτων και ως παραπροϊόντα πολλών βιομηχανικών διεργασιών (κλίβανοι λιθάνθρακα, μονάδες επεξεργασίας μετάλλων). Οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες ανιχνεύονται κυρίως στον αέρα, αλλά βρίσκονται και σε ορισμένα τρόφιμα και πηγές ύδρευσης. Συνεπώς, απορροφώνται κυρίως από τον αέρα, αλλά και μέσω της επαφής με το δέρμα και της κατανάλωσης μολυσμένων τροφίμων. Πολλοί από αυτούς συνδέονται με βλάβες στο μυελό των οστών, μεταβολές των κυττάρων του αίματος, αλλαγές στο σπέρμα, αναπτυξιακές ανωμαλίες (υπολειπόμενη εμβρυϊκή ανάπτυξη, μεταβολές στην παραγωγή του εμβρυϊκού αίματος, καθυστερημένη οστεοποίηση), μεταβολές του ανοσοποιητικού συστήματος και καρκίνο (λευχαιμία). Τα βρέφη μπορεί να εκτεθούν ενδομήτρια μέσω του πλακούντα, ενώ κατά την μεταγεννητική περίοδο από το μητρικό γάλα, τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος και τις βιομηχανοποιημένες βρεφικές τροφές. Η ποσότητα των υδρογονανθράκων αυτών που ανιχνεύεται στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος και στις βρεφικές τροφές (και είναι σχεδόν πάντα χαμηλότερη των ορίων που θεωρούνται ως επικίνδυνα από τις υγειονομικές αρχές) είναι παρόμοια ή ως και 2-3 φορές υψηλότερη από εκείνη που ανιχνεύεται στο μητρικό γάλα. Έτσι, το μητρικό γάλα κρίνεται ως ασφαλέστερο.

Το Βενζόλιο ανιχνεύεται επίσης στους ατμούς της βενζίνης και τις αναθυμιάσεις των εξατμίσεων, σε χώρες όπου δεν επιβάλλεται δια νόμου η χαμηλή περιεκτικότητα της βενζίνης σε αυτό. Είναι ένας διαβόητος παράγοντας βλαβών του μυελού των οστών: πολλά επιδημιολογικά, κλινικά και εργαστηριακά δεδομένα συνδέουν το βενζόλιο με απλαστική αναιμία, οξεία και χρόνια λευχαιμία, διαταραχές του μυελού των οστών, μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (MDS).

Ενδοκρινικοί διαταράκτες

Πολλές από τις χημικές ουσίες αυτού του παραρτήματος δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Αυτό σημαίνει πως διαταράσσουν το ενδοκρινικό σύστημα και την επίδραση των ορμονών που ευθύνονται για την ανάπτυξη, τη συμπεριφορά, τη γονιμότητα και τη διατήρηση του φυσιολογικού κυτταρικού μεταβολισμού. Η έκθεση σε ενδοκρινικούς διαταράκτες έχει επιπτώσεις σε όλους τους ανθρώπινους (και ζωικούς) ιστούς που ρυθμίζονται από ορμόνες. Είναι πιθανό να επηρεάσουν το αναπαραγωγικό σύστημα αρρένων και θηλέων, με αρρενοποίηση των θηλέων και εκθήλυνση των αρρένων, αλλά και μεταβολές της ήβης, των έμμηνων ρήσεων και της γονιμότητας. Η έκθεση σε ενδοκρινικούς διαταράκτες έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στα αναπαραγωγικά όργανα και σε όσα σχετίζονται με αυτά (π.χ. όρχεις, ωοθήκες, στήθος, προστάτης), καθώς και με την εμφάνιση παχυσαρκίας και άλλων τέτοιων διαταραχών αργότερα. Είναι επίσης πιθανό να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και να προκαλέσουν γνωστικές και μαθησιακές αναπηρίες, καθώς και συγγενείς ανωμαλίες. Τέλος, είναι πιθανό να δράσουν στα βλαστικά κύτταρα που αναπτύσσονται σε σπερματοζωάρια και ωάρια, μεταλλάσσοντας τοDNAτους και επηρεάζοντας έτσι τις μελλοντικές γενιές. Όσο μικρότερη η ηλικία έκθεσης του ανθρώπου, τόσο πιο πιθανές και σοβαρές οι βλάβες. Έτσι, η ενδομήτρια ζωή αποτελεί την πιο ευαίσθητη περίοδο, ακολουθούμενη από τη βρεφική και την παιδική ηλικία. Σε αντίθεση με άλλες τοξικές ουσίες, η επίδραση των ενδοκρινικών διαταρακτών δεν εξαρτάται από την ποσότητα της έκθεσης. Ακόμη και χαμηλά επίπεδα μόλυνσης μπορούν να διαταράξουν το ενδοκρινικό μας σύστημα, μέσω της καταστολής, της μίμησης ή της μεταβολής της λειτουργίας των ορμονών μας, κι ακόμη περισσότερο την εμβρυϊκή ανάπτυξη.

Διοξίνες και φουράνια

Οι διοξίνες και τα φουράνια συγκαταλέγονται στις πιο γνωστές τοξικές ενώσεις (μετρώνται σε πικογραμμάρια, ένα τρισεκατομμυριοστό του γραμμαρίου) και ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσουμε τις ουσίες αυτές είναι να προλάβουμε την παραγωγή τους. Η οξεία τοξίκωση μπορεί να επιφέρει το θάνατο και να προκαλέσει συγγενείς ανωμαλίες και σοβαρές βλάβες σε πολλούς ιστούς και όργανα, όπως φάνηκε κατά τον Πόλεμο του Βιετνάμ και έπειτα από βιομηχανικά ατυχήματα στην Ιταλία και την Ιαπωνία. Η χρόνια έκθεση στις ουσίες αυτές συνδέεται με πιο αυξημένη επίπτωση πολλών ειδών καρκίνου, με συγγενείς ανωμαλίες και διαταραχές της νοητικής και νευρολογικής ανάπτυξης. Πέρα από τις επιπτώσεις αυτές, οι διοξίνες και τα φουράνια δρουν και ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Αυτές οι δύο κατηγορίες χημικών ουσιών δεν παράγονται αυτούσιες, αλλά προκύπτουν ακούσια σε πολύ μικρές αλλά εξαιρετικά επικίνδυνες ποσότητες στις περισσότερες διεργασίες καύσης (π.χ. σε χυτήρια, κατά την αποτέφρωση και την καύση απορριμμάτων χλωριωμένων ουσιών και πλαστικών, στη βιομηχανία του πετρελαίου ή των πλαστικών) και σε λίγες χημικές διεργασίες (π.χ. κατά την παραγωγή εντομοκτόνων και ζιζανιοκτόνων, καθώς και κατά τη λεύκανση του ξυλοπολτού με χλώριο) και στη συνέχεια εκλύονται στην ατμόσφαιρα. Από εκεί, με τη βοήθεια του ανέμου, μπορούν να μεταφερθούν για μικρές ή μεγάλες αποστάσεις και να εναποτεθούν στο έδαφος ή το νερό, όπου συσσωρεύονται και εμμένουν σε βάθος χρόνου. Τότε αφομοιώνονται από τα φυτά και τα ζώα, καταλήγοντας έτσι σε βρώσιμα προϊόντα, ιδιαίτερα εκείνα με αυξημένο ποσοστό λίπους (π.χ. κάποιες θαλάσσιες τροφές, το γάλα και το τυρί). Οι διοξίνες και τα φουράνια εισέρχονται στον ανθρώπινο οργανισμό κυρίως μέσω της τροφικής αλυσίδας (σε ποσοστό 90-95%), αλλά και μέσω του αέρα (σε ποσοστό 5-10%) και μέσω της επαφής με το δέρμα, ιδιαίτερα στο πλαίσιο έκθεσης στον εργασιακό χώρο. Οι μητέρες μεταφέρουν τις ουσίες αυτές στα έμβρυα και τα βρέφη τους, μέσω του ομφαλοπλακουντιακού αίματος και του μητρικού γάλακτος. Οι διοξίνες και τα φουράνια έχουν επίσης ανιχνευτεί και στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, αλλά σε συγκεντρώσεις χαμηλότερες από εκείνες του μητρικού γάλακτος, διότι το αγελαδινό γάλα – το κύριο συστατικό των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος – είναι συνήθως λιγότερο μολυσμένο από το μητρικό, καθώς οι αγελάδες είναι φυτοφάγες και βρίσκονται χαμηλότερα στην τροφική αλυσίδα. Ωστόσο, η αντικατάσταση του μητρικού γάλακτος με αγελαδινό δεν έχει νόημα: πρώτον, η έρευνα έχει αποδείξει πως – έπειτα από διόρθωση ως προς την προγεννητική έκθεση – τα βρέφη που τρέφονται με μητρικό γάλα που περιέχει διοξίνες αναπτύσσονται εντούτοις καλύτερα από εκείνα που τρέφονται με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος. Δεύτερον, τα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος και η σίτιση με μπιμπερό δημιουργούν απορρίμματα, τα οποία στη συνέχεια καίγονται ή αποτεφρώνονται, εκλύοντας έτσι περισσότερες διοξίνες και συντηρώνοντας τον κύκλο της τοξικότητας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονίσουμε πως τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, τα επίπεδα διοξινών στο περιβάλλον και στα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων και του μητρικού γάλακτος και των υποκαταστάτων αυτού, έχουν μειωθεί, τουλάχιστον στις χώρες που εφαρμόζουν τους αυστηρούς βιομηχανικούς κανόνες της Σύμβασης της Στοκχόλμης περί Έμμονων Οργανικών Ρύπων (POP), επιβεβαιώνοντας έτσι πως η λύση δεν έγκειται στην αντικατάσταση του μητρικού γάλακτος, αλλά στην πρόληψη της έκλυσης διοξινών.

Πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB)

Τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB) χρησιμοποιούνταν ευρέως σε ηλεκτρικές συσκευές, πριν απαγορευτεί η παραγωγή τους από το αμερικανικό Κογκρέσο το 1979 και τη Σύμβαση της Στοκχόλμης περί Έμμονων Οργανικών Ρύπων (POP) το 2001. Ωστόσο, λόγω της μακροχρόνιας ανθεκτικότητάς τους και ως αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης διάθεσής τους, οι ουσίες αυτές υπάρχουν ακόμη στο περιβάλλον, μπορούν να εισέλθουν στην τροφική αλυσίδα και για το λόγο αυτό ανιχνεύονται ακόμη στο ομφαλοπλακουντιακό αίμα και το μητρικό γάλα, προερχόμενες κυρίως από την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων ζωικής κυρίως προέλευσης. Τα PCB δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Η έκθεση σε αυτά κατά την ενδομήτρια ζωή και μετά από τον τοκετό μπορεί να επιφέρει χαμηλό βάρος γέννησης και συνδέεται με νευρολογικές και αναπτυξιακές διαταραχές (π.χ. χαμηλότερο δείκτη ευφυΐας, διαταραχές συμπεριφοράς, διαταραχές της μνήμης) και με ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού. Οι ουσίες αυτές ανιχνεύονται και στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος – ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως τα λεγόμενα υποαλλεργικά υποκατάστατα –και στις βρεφικές τροφές, αλλά σε συγκεντρώσεις χαμηλότερες από εκείνες που έχουν αναφερθεί σε ορισμένες μελέτες για το μητρικό γάλα. Ωστόσο, με δεδομένο ότι τα οφέλη του θηλασμού υπερτερούν κατά πολύ οποιασδήποτε πιθανής δυσμενούς επίδρασης των PCB, οι υγειονομικές αρχές συστήνουν να παραμείνουν οι οδηγίες υποστήριξης του θηλασμού ως έχουν.

Επιβραδυντικά φλόγας

Αυτές οι χημικές ουσίες χρησιμοποιούνται ευρέως σε ηλεκτρονικές συσκευές (π.χ. τηλεοράσεις, υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα), σε ηλεκτρικές συσκευές, χαλιά, υφάσματα, έπιπλα, οικοδομικά υλικά και πλαστικά προϊόντα, για την επιβράδυνση της εξάπλωσης πυρκαγιών και συνεπώς την ελαχιστοποίηση των βλαβών και των εγκαυμάτων. Ορισμένες από αυτές, όπως οι πολυβρωμοδιφαινυλαιθέρες (PBDE), δεν δεσμεύονται χημικά στα προϊόντα, οπότε και μπορούν να απελευθερωθούν στην ατμόσφαιρα, όπου και εμμένουν σε κατοικίες και χώρους εργασίας και τελικά εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα. Εισπνέονται επίσης μαζί με τη σκόνη ή απορροφώνται από το δέρμα. Τα επιβραδυντικά φλόγας έχουν ανιχνευτεί τόσο σε ζώα όσο και σε ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα βρέφη εκτίθενται κατά την ενδομήτρια ζωή και στη συνέχεια μέσω του μητρικού γάλακτος, όπου τείνουν να συγκεντρώνονται αυτές οι λιπόφιλες ουσίες. Ανιχνεύονται επίσης και σε άλλες τροφές (π.χ. ψάρια, κρεατικά, έλαια, γάλα), καθώς και στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, όπου όμως τα επίπεδά τους είναι συνήθως χαμηλότερα από εκείνα του μητρικού. Τα επίπεδα που ανιχνεύονται στις Η.Π.Α. είναι κατά πολύ υψηλότερα των αντίστοιχων της Ευρώπης, καθώς εκεί είναι πολύ περισσότερα τα προϊόντα που τα περιλαμβάνουν, χωρίς ωστόσο να παρέχεται καλύτερη προστασία σε περίπτωση πυρκαγιάς. Τα επιβραδυντικά φλόγας επιδρούν αρνητικά στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, ξεκινώντας ήδη από την ενδομήτρια ζωή, με επιπτώσεις στις κινητικές δεξιότητες, τις γνωστικές ικανότητες, τη μνήμη και την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη. Επίσης, δρουν και ως ενδοκρινικοί διαταράκτες.

Εντομοκτόνα

Το DDT (διχλωροδιφαινυλτριχλωροαιθάνιο) και άλλα οργανοχλωριούχα εντομοκτόνα, καθώς και οι μεταβολίτες τους (π.χ. το εξαχλωροβενζόλιο) συγκαταλέγονται στα πιο συνηθισμένα κατάλοιπα χημικών ουσιών που ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα, όπου συγκεντρώνονται εξαιτίας της λιποφιλίας τους και της μακράς ημίσειας ζωής τους (καθώς μεταβολίζονται και αποβάλλονται δύσκολα). Παρόλο που απαγορεύονται παγκοσμίως με βάση τη Συνθήκη της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, ανιχνεύονται ακόμη σε ανθρώπους και άλλα θηλαστικά. Ωστόσο, τα επίπεδά τους παρουσιάζουν πτωτική τάση. Πολλά εντομοκτόνα δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Επιπρόσθετα, μπορούν να προκαλέσουν πονοκεφάλους, ευερεθιστότητα, αίσθημα ζάλης, ναυτία, έμετους, τρόμους, υπερδιέγερση, σπασμούς, απώλεια συνείδησης, καταστολή του αναπνευστικού και του κεντρικού νευρικού συστήματος και θάνατο. Τα οργανοχλωριούχα εντομοκτόνα ανιχνεύονται επίσης περιστασιακά και σε βρεφικά υποκατάστατα μητρικού γάλακτος (και σε αυτά που βασίζονται στη σόγια) και βρεφικές τροφές, συνήθως σε επίπεδα χαμηλότερα από τα αντίστοιχα του μητρικού γάλακτος.

Δισφαινόλη Α (BPA)

Η δισφαινόλη Α (BPA) χρησιμοποιείται από τη δεκαετία του 1960 για την παραγωγή σκληρών πολυκαρβονικών πλαστικών μπουκαλιών και ποτηριών, καθώς και στην εσωτερική επίστρωση μεταλλικών και πλαστικών συσκευασιών τροφίμων και ποτών, μεταξύ των οποίων και εκείνες για υγρά βρεφικά υποκατάστατα μητρικού γάλακτος και αναψυκτικά. Καθώς η ένωση αυτή εκπλύεται εύκολα, ανιχνευόταν συχνά σε βρεφικά υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, προερχόμενη τόσο από τα πολυκαρβονικά πλαστικά μπιμπερό όσο και από την επίστρωση των συσκευασιών. Η πρακτική αυτή συνεχιζόταν μέχρι πολύ πρόσφατα, οπότε και οι κύριοι κατασκευαστές βρεφικών μπιμπερό, θηλών και υποκατάστατων βρεφικού γάλακτος άρχισαν να παράγουν προϊόντα χωρίς BPA, πριν ακόμη απαγορευθούν από το νόμο σε κάποιες χώρες. Μια τέτοια νομοθεσία είναι αρκετά καθυστερημένη σε άλλες χώρες, με δεδομένο ότι η ασφάλεια της BPA βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια υπό συζήτηση από τις αρμόδιες αρχές για την ασφάλεια των τροφίμων σε όλο τον κόσμο, χωρίς ωστόσο να έχουν καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Η βιομηχανία των βρεφικών τροφών έχει αποφασίσει την αποφυγή της χρήσης ΒΡΑ, έπειτα από σχετική πίεση των καταναλωτών και με το φόβο της μείωσης των πωλήσεών τους, κι όχι εξαιτίας κάποιας νομοθετικής απαγόρευσης. Καθώς η χρήση της είναι τόσο διαδεδομένη, η ΒΡΑ εισέρχεται εύκολα στην τροφική αλυσίδα και ανιχνεύεται στα ούρα και το αίμα, καθώς και στο αίμα των εγκύων, τον ομφάλιο λώρο και το μητρικό γάλα. Έτσι, τα έμβρυα και τα βρέφη εκτίθενται στη ΒΡΑ ακόμη κι αν δεν σιτίζονται με μολυσμένα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος με μολυσμένο μπιμπερό. Η ΒΡΑ αποτελεί ενδοκρινικό διαταράκτη που μιμείται τη δράση των οιστρογόνων. Μια έκθεση του 2008 από το αμερικανικό National Toxicology Program εξέφρασε ανησυχία για την επίδραση της ΒΡΑ στον εγκέφαλο, τη συμπεριφορά και τον αδένα του προστάτη των εμβρύων, των βρεφών και των παιδιών εξαιτίας της υφιστάμενης έκθεσης των ανθρώπων στη ΒΡΑ (μέσω του πλακούντα, του μητρικού γάλακτος, της σίτισης με μπιμπερό και της σίτισης με μολυσμένες τροφές και ποτά).

Φθαλικές ενώσεις

Οι φθαλικές ενώσεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται συνήθως για τη μάλθωση και την ευκαμψία πλαστικών καταναλωτικών προϊόντων, ανιχνεύονται στα βρεφικά μπιμπερό, σε άλλα εργαλεία και παιχνίδια για βρέφη και σε υλικά που χρησιμοποιούνται για την υγιεινή και την προσωπική περιποίηση. Καθώς δεν δεσμεύονται χημικά από το πλαστικό, εκλύονται εύκολα μέσω της εξάτμισης και της τριβής, αποκτώντας έτσι την ικανότητα να εισέλθουν στην τροφική αλυσίδα και να μολύνουν ακόμη και το μητρικό γάλα. Οι φθαλικές ενώσεις δρουν επιβαρυντικά στο ήπαρ, τους νεφρούς και ιδιαίτερα στο αναπαραγωγικό σύστημα, καθώς δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες. Μελέτες έχουν δείξει πως η πρόσληψη φθαλικών ενώσεων από τα βρέφη που τρέφονται με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος είναι ίση ή ως και τέσσερις φορές πιο αυξημένη από εκείνη των βρεφών που σιτίζονται με αποκλειστικό θηλασμό. Επίσης, η πρόσληψη μέσω του μητρικού γάλακτος είναι γενικά χαμηλή και είναι απίθανο να αποτελέσει σημαντικό κίνδυνο για την υγεία, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Εντούτοις, πρέπει να αξιολογούνται και να αποφεύγονται και άλλες πηγές μόλυνσης κατά τη βρεφική ηλικία. Πολλές χώρες αναπτύσσουν νομοθεσία για τη σταδιακή απομάκρυνση και την τελική απαγόρευση των φθαλικών ενώσεων από την αγορά.

Μέταλλα

Ο υδράργυρος, ο μόλυβδος, το αρσενικό και το κάδμιο είναι καρκινογόνα, ευνοούν την καρκινογένεση και είναι τοξικά για τον εγκέφαλο, με επιπτώσεις στη γνωστική ανάπτυξη και την ευφυΐα. Η βαριά τοξίκωση από υδράργυρο μπορεί να επιφέρει συγγενή ή επίκτητη εγκεφαλική παράλυση, όπως παρατηρήθηκε στη διαβόητη καταστροφή που συνέβη στη Minamata της Ιαπωνίας, στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Το κάδμιο είναι επίσης τοξικό για τους νεφρούς. Η κύρια πηγή πρόσληψης υδραργύρου στη διατροφή της μητέρας είναι η κατανάλωση ψαριών και θαλάσσιων θηλαστικών από μολυσμένα νερά. Η έκθεση σε μόλυβδο μπορεί να σχετίζεται με την εργασία (π.χ.. μπογιές, εκρηκτικά, μπαταρίες, οικοδομικά υλικά, τήξη μετάλλων, εξόρυξη), την κατοικία (ανακαίνιση που δημιουργεί σκόνη από μπογιές, ασχολίες όπως το βάψιμο μολύβδινων αγαλματίων ή η συγκόλληση ηλεκτρονικών), το νερό (παλαιοί μολύβδινοι σωλήνες, μόλυνση από ορυχεία ή βιομηχανίες) και την παράδοση (παραδοσιακές θεραπείες και καλλυντικά που περιέχουν μόλυβδο). Μέχρι πρόσφατα, τα σφραγίσματα των δοντιών αποτελούσαν επίσης πηγή πρόσληψης μολύβδου. Είναι επίσης πιθανό να καταναλωθούν αυξημένες ποσότητες αρσενικού, όταν ανιχνεύεται σε υψηλά επίπεδα στα υπόγεια ύδατα, είτε φυσικά είτε εξαιτίας της χρήσης φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων με βάση το αρσενικό. Το ρύζι που καλλιεργείται σε μολυσμένα νερά μπορεί να είναι μια σημαντική πηγή πρόσληψης. Η πιο συνηθισμένη πηγή πρόσληψης καδμίου είναι ο καπνός του τσιγάρου, ενώ λιγότερο σημαντική πηγή είναι η επαφή σε επαγγελματικό πλαίσιο (μπαταρίες, πλαστικά, βαφές, μεταλλικές επικαλύψεις) και η διατροφή (ψάρια, ζώα και φυτά που εκτρέφονται ή καλλιεργούνται σε νερά και εδάφη, μολυσμένα με κάδμιο). Όταν ανιχνεύονται στο αίμα της μητέρας, ο υδράργυρος, ο μόλυβδος, το αρσενικό και το κάδμιο, διαπερνούν τον πλακούντα και μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου στα τελευταία στάδια της κύησης και κατά την πρώτη βρεφική ηλικία. Τα επίπεδα αυτών των ρύπων είναι υψηλότερα κατά τη γέννηση. Τα επίπεδα του υδραργύρου στο ομφαλοπλακουντιακό αίμα μπορεί να είναι 1,5 φορές πιο αυξημένα από τα επίπεδα στο μητρικό αίμα, ενώ τα επίπεδα του μολύβδου, του αρσενικού και του καδμίου είναι συνήθως χαμηλότερα από εκείνα της μητέρας. Όλα τα επίπεδα που ανιχνεύονται κατά τη γέννηση τείνουν να μειώνονται κατά τη μεταγεννητική περίοδο, καθώς τα μέταλλα εκκρίνονται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Για παράδειγμα, στα αποκλειστικά θηλάζοντα βρέφη, τα επίπεδα του υδραργύρου μειώνονται κατά τον τρίτο μήνα της ζωής ως και περίπου 60%, σε σύγκριση με την ποσότητα κατά τη γέννηση. Αυτά τα μέταλλα, ιδιαίτερα ο υδράργυρος και ο μόλυβδος, ανιχνεύονται συχνά και στα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, συχνά δε σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με το μητρικό γάλα, χωρίς ωστόσο να παρέχουν και την προστασία του μητρικού γάλακτος. Η πρόσληψη μέσω της σίτισης με υποκατάστατο μητρικού γάλακτος μπορεί να είναι ακόμη υψηλότερη, εάν η σκόνη αναμειχθεί με νερό, μολυσμένο με μέταλλα. Έχουν δημοσιευτεί αναφορές για μολυσμένα υποκατάστατα μητρικού γάλακτος στη Γερμανία, την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Σουηδία και – πιο πρόσφατα – την Κίνα. Επίσης, διάφορες χώρες ανά τον κόσμο, από την Ιταλία μέχρι τη Νιγηρία, έχουν αναφέρει περιπτώσεις αγελαδινού γάλακτος, του βασικού δηλαδή συστατικού για την παραγωγή των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος, μολυσμένου με βαρέα μέταλλα. Συνεπώς, η διακοπή ή η καταστολή του θηλασμού και η αντικατάστασή του με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος με βάση το αγελαδινό γάλα δεν αποτελούν εναλλακτική λύση για την αντιμετώπιση της μόλυνσης.

Μελαμίνη

Η μελαμίνη είναι ένα συνθετικό προϊόν που προστίθεται στα λιπάσματα για την ενίσχυση της ανάπτυξης των καλλιεργειών. Αποτελεί επίσης συστατικό διάφορων πλαστικών και ως τέτοιο, ανευρίσκεται σε πολλά βιομηχανικά αγαθά. Το 2007, μια Κινεζική εταιρεία προσέθεσε εσκεμμένα μελαμίνη σε αραιωμένο νωπό γάλα που χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή υποκαταστάτου μητρικού γάλακτος σε σκόνη, προκειμένου να ενισχύσει τη φαινομενική του περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες. Καθώς η μελαμίνη δεν αποικοδομείται στους ανθρώπους και απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών, τα βρέφη που σιτίζονταν με το μολυσμένο υποκατάστατο μητρικού γάλακτος υπέστησαν οξεία νεφρική ανεπάρκεια που επέφερε το θάνατο ή χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ή ανέπτυξαν πέτρες στα νεφρά. Οι κινεζικές υγειονομικές αρχές ανέφεραν αρχικά 432 περιστατικά δηλητηρίασης, ένα εκ των οποίων ήταν θανατηφόρο. Επρόκειτο μάλλον για υποεκτίμηση, η οποία αργότερα διορθώθηκε σε τουλάχιστον 6 θανάτους και 300.000 περιστατικά. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι κι άλλοι παραγωγοί υποκατάστατων μητρικού γάλακτος είχαν προσθέσει μελαμίνη στα προϊόντα τους, τα οποία δεν καταναλώνονταν μόνο στην Κίνα, αλλά εξάγονταν και σε πολλές άλλες χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Η αυξημένη ζήτηση για την παραγωγή και πώληση ολοένα και μεγαλύτερων ποσοτήτων υποκατάστατων μητρικού γάλακτος, ακόμη κι όταν σπανίζουν οι πρώτες ύλες (μεγάλη ποσότητα του νωπού γάλακτος που χρησιμοποιήθηκε από τους κινέζους παραγωγούς προερχόταν από τη Νέα Ζηλανδία), υποστηρίζεται από τη ραγδαία μείωση των ποσοστών θηλασμού στην Κίνα, όπου οι γυναίκες απασχολούνται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό σε κάποια βιομηχανία, αδημονώντας να εργαστούν σε συνθήκες που δυσχεραίνουν το θηλασμό (καθώς απουσιάζει το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο), ενώ παράλληλα η αντίσταση στην επιθετική προώθηση των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος από τις τοπικές και ξένες εταιρείες είναι μηδαμινή.

Μυκοτοξίνες

Οι μυκοτοξίνες είναι τοξικοί μεταβολίτες σαπροφυτικών μυκήτων που εντοπίζονται σε τρόφιμα και ζωοτροφές (κυρίως δημητριακά), που έχουν μολυνθεί από μύκητες. Η ομάδα μυκοτοξίνων που έχει μελετηθεί περισσότερο είναι οι αφλατοξίνες, των οποίων η καρκινογόνος δράση είναι γνωστή. Οι αφλατοξίνες ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα σε πληθυσμιακές ομάδες που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες μολυσμένων δημητριακών, ιδιαίτερα σε τροπικές χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου οι μύκητες αναπτύσσονται ταχύτερα και τα τρόφιμα ελέγχονται σπάνια για μύκητες. Οι μυκοτοξίνες ανιχνεύονται σπάνια σε τρόφιμα, άρα και στο μητρικό γάλα, σε χώρες υψηλού εισοδήματος. Ωστόσο, σ’ αυτές τις χώρες ανιχνεύονται σε βιομηχανικές βρεφικές τροφές έτοιμες προς κατανάλωση (υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, βρεφικές τροφές με βάση το κρέας) που φτιάχνονται από ζώα που έχουν τραφεί με μολυσμένα δημητριακά. Το πιο πιθανό είναι πως η αυστηρότερη νομοθεσία και οι έλεγχοι θα μειώσουν σταδιακά τον κίνδυνο αυτό στις χώρες υψηλού εισοδήματος, ενώ οι χαλαροί έλεγχοι και η ελλιπής νομοθεσία θα επιτρέψουν την αύξηση του κινδύνου σε αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Έγγραφα που  ελήφθησαν υπόψιν  για  την παρούσα έκθεση

• Arendt M. Communicating human biomonitoring resultsto ensure policy coherence with public health recommendations: analysing breastmilk whilst protecting, promoting and supporting breastfeeding. Environ Health 2008;7(Suppl 1):S6

• Bergman Å, Heindel JJ, Jobling S, Kidd KA, Thomas Zoeller R (editors). State of the science of endocrine disrupting chemicals 2012. United Nations Environment Programme and the World Health Organization, 2013

• Blanck HM, Marcus M, Tolbert PE et al. Age at menarche and Tanner stage in girls exposed in utero and postnatally to polybrominated biphenyl.

Epidemiology 2000;11:641-7

• Boersma ER, Lanting CI. Environmental exposure to polychlorinated biphenyls (PCBs) and dioxins. Consequences for longterm neurological and cognitive development of the child lactation. Adv Exp Med Biol 2000;478:271-87

• Braun JM, Kalkbrenner AE, Calafat AM et al. Impact of early-life bisphenol A exposure on behavior and executive function in children. Pediatrics 2011;128;873- 82

• Bucher J, Shelby M, National Institute of Environmental Health Sciences. Since you asked – Bisphenol A (BPA): Questions and Answers about Bisphenol A: http://www.niehs.nih.gov/health/topics/agents/sya- bpa/index.cfm

• Croes K et al. Persistent organic pollutants in Human milk: a biomonitoring study in rural areas of Flanders (Belgium). Chemosphere 2012 Nov; 89(8): 988-94)

• Costa LG, Giordano G, Tagliaferro S et al. Polybrominated diphenyl ether (PBDE) flame retardants: environmental contamination, human body burden and potential adverse health effects. Acta Biomed 2008;79:172-83

• Dorea JG, Donangelo CM. Early (in uterus and infant) exposure to mercury and lead. Clinical Nutrition 2006;25:369-76

• Eggesbo M, Stigum H, Longnecker MP et al. Levels of hexachlorobenzene (HCB) in breastmilk in relation to birthweight in a Norwegian cohort. Environ Res 2009;109:559-66

• Fangstrom B, Moore S, Nermell B et al. Breastfeeding protects against arsenic exposure in Bangladeshi infants. Environ Health Perspect 2008;116: 963-9

• Frederiksen M, Vorkamp K, Thomsen M et al. Human internal and external exposure to PBDEs: a review of levels and sources. Int J Hyg Environ Health 2009;212:109-34

• Fromme H, Gruber L, Seckin E et al, for the HBMnet. Phthalates and their metabolites in breastmilk: results from the Bavarian Monitoring of Breast Milk (BAMBI). Environment International 2011;37:715-22

• Geraghty SR, Khoury JC, Morrow AL et al. Reporting individual test results of environmental chemicals in breastmilk: potential for premature weaning. Breastfeed Med 2008;3:207-13

• Gossner CME, Schlundt J, Embarek PB et al. The melamine incident: implications for international food and feed safety. Environ Health Perspect 2009;117:1803-8

• Govarts E, Nieuwenhuijsen M, Schoeters G et al. Birth weight and prenatal exposure to polychlorinated biphenyls (PCBs) and dichlorodiphenyldichloroethylene (DDE): a meta-analysis within 12 European birth cohorts. Environ Health Perspect 2012;120:162-70

• Guan N, Fan Q, Ding J et al. Melamine-contaminated powdered formula and urolithiasis in young children. N Engl J Med 2009;360:1067-74

• Harden F, Muller J, Toms L et al. Dioxins in the Australian population: levels in human milk. National Dioxins Program, Technical Report N. 10. Australian Government, Department of the Environment and Heritage,Canberra, 2004

• Hertz-Picciotto I, Youn Park H, Dostal M et al. Prenatal exposures to persistent and non-persistent organic compounds and effects on immune system development. Basic Clin Pharmacol Toxicol 2008;102:146-54

• Hoffman K, Adgent M, Davis Goldman B et al. Lactational exposure to polybrominated diphenyl ethers and its relation to social and emotional development among toddlers. Environ Health Perspect 2012; http://dx.doi.org/10.1289/ehp.1205100

• Kishikawa N, Wada M, Kuroda N et al. Determination of polycyclic aromatic hydrocarbons in milk samples by high-performance liquid chromatography with fluorescence detection. Journal of Chromatography B 2003;789:257-64

•LaKind JS,BerlinCM, Naiman DQ. Infant exposure to chemicals in breast milk in theUnited States: what we need to learn from a breast milk monitoring program. Environ Health Perspect 2001;109:75-88

•LaKind JS,BerlinCM, Mattison DR. The heart of the matter on breastmilk and environmental chemicals: essential points for healthcare providers and new parents. Breastfeed Med 2008;3:251-9

•LaKind JS,BerlinCM, Sjödin A et al. Do human milk concentrations of persistent organic chemicals really decline during lactation? Chemical concentrations during lactation and milk/serum partitioning. Environ Health Perspect 2009;117:1625-31

• LaKind JS, Naiman DQ. Daily intake of bisphenol A and potential sources of exposure: 2005-2006 National Health and Nutrition Examination Survey. J Expo Sci Environ Epidemiol 2011;21:272-9

• Ljung K, Palm B, Grandér M et al. High concentrations of essential and toxic elements in infant formula and infant foods: a matter of concern. Food Chemistry 2011;127:943-51

• Malisch R, Kypke K, Kotz A et al. WHO/UNEP- coordinated exposure study (2008-2009) on levels of persistent organic pollutants (POPs) in human milk with regard to the global monitoring plan. Organohalogen Compounds 2010;72:1766-9

• Mead MN. Contaminants in human milk: weighing the risks against the benefits of breastfeeding. Environ Health Perspect 2008;116:A427-34

• Meeker JD. Exposure to environmental endocrine disruptors and child development. Arch Pediatr Adolesc Med 2012;166:1-7

• Meucci V, Soldani G, Razzuoli E et al. Mycoestrogen pollution of Italian infant food. J Pediatr 2011;159:278- 83

• Newbold RR. Developmental exposure to endocrine- disrupting chemicals programs for reproductive tract alterations and obesity later in life. Am J Clin Nutr 2011;94(suppl):1939-42S

• Pandelova M, Piccinelli R, Kashama S et al. Assessment of dietary exposure to PCDD/F and dioxin- like PCB in infant formulae available on the EU market. Chemosphere 2010;81:1018-21

• Pronczuk J, Moy G, Vallenas C. Breast Milk: an Optimal Food. Environ. Health Perspect. 2004; 112: A722-A723

• Ribas-Fito N, Julvez J, Torrent M et al. Beneficial effects of breastfeeding on cognition regardless of DDT concentrations at birth. Am J Epidemiol 2007;166:1198- 202

• Sakamoto M, Man Chan H, Domingo JL et al. Changes in body burden of mercury, lead, arsenic, cadmium and selenium in infants during early lactation in comparison with placental transfer. Ecotoxicol Environ Saf 2012;84:179-84

• Sjödin A, Patterson DG Jr, Bergman A. A review on human exposure to brominated flame retardants, particularly polybrominated diphenyl ethers. Environ Int 2003;29:829-39

• Soto AM,Vandenberg LN, Maffini MV et al. Does breast cancer start in the womb? Basic Clin Pharmacol Toxicol 2008;102:125-33

• UNEP/WHO. Results of the joint Stockholm Convention Secretariat/World Health Organization human milk survey (fourth and fifth rounds). WHO,Geneva, 2011, (UNEP/POPS/COP.5/INF/28)

• Vreugdenhil HJ, Slijper FM, Mulder PG et al. Effects of perinatal exposure to PCBs and dioxins on play behaviour in Dutch children at school age. Environ Health Perspect 2002;110:A593-8

• Weijs PJM, Bakker MI, Korver KR et al. Dioxin and dioxin-like PCB exposure of non-breastfed Dutch infants. Chemosphere 2006;64:1521-5

• Zuurbier M, Leijs M, Schoeters G et al. Children’s exposure to polybrominated diphenylethers. Acta Paediatr Suppl 2006;95:65-70

 

Οι Επτά Αρχές του IBFAN

  1. Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά σε όλο τον κόσμο να έχουν το δικαίωμα στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο υγείας.
  2. Οι οικογένειες, και ιδιαίτερα οι γυναίκες και τα παιδιά, να έχουν το δικαίωμα πρόσβασης σε επαρκή και θρεπτική σίτιση και αρκετό και οικονομικά προσιτό νερό.
  3. Οι γυναίκες να έχουν το δικαίωμα να θηλάσουν και να λάβουν ενημερωμένες αποφάσεις σχετικά με τη βρεφική και παιδική διατροφή.
  4. Οι γυναίκες να έχουν το δικαίωμα σε πλήρη υποστήριξη για θηλασμό για τουλάχιστον δύο χρόνια και για αποκλειστικό θηλασμό για τους πρώτους έξι μήνες.
  5. Όλοι οι άνθρωποι να έχουν το δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης υψηλής ποιότητας και σε πληροφόρηση χωρίς εμπορικές επιρροές.
  6. Οι επαγγελματίες υγείας και οι καταναλωτές έχουν το δικαίωμα να προστατεύονται από εμπορικές επιρροές που πιθανόν διαστρεβλώνουν την κρίση και τις αποφάσεις τους.
  7. Οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να πιέζουν για αλλαγές που θα προστατεύουν, θα προωθούν και θα υποστηρίζουν τη θεμελιώδη υγεία, συνεργαζόμενοι σε διεθνές επίπεδο.

Συγγραφείς: Ο επικεφαλής συγγραφέας αυτής της δήλωσης του IBFAN είναι ο Δρ. Αdriano Cattaneo, με τη συνεργασία μελών της ομάδας εργασίας του IBFAN για τα χημική και μικροβιολογική μόλυνση των βρεφικών προϊόντων διατροφής.

 

Μετάφραση στα ελληνικά: Γεωργία Αναγνωστοπούλου – Ελευθερία Στεριανού

Διόρθωση  – Επιμέλεια: Φωτεινή Παπαγιώτη

Πηγή: www.ibfan.gr