Η συν-κοίμηση συμβάλει στην υγιή ανάπτυξη του εγκεφάλου

Όπως όλα τα θηλαστικά, οι άνθρωποι κοιμούνται με τα μωρά τους εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Τα μωρά έχουν μια έμφυτη επιθυμία να μένουν σε στενή επαφή με τους φροντιστές τους, μέρα και νύχτα, με σκοπό την επιβίωσή τους.

Στις περισσότερες περιοχές του κόσμου είναι ακόμα συνηθισμένο τα παιδιά να κοιμούνται με τους γονείς τους ή/και τους παππούδες τους μέχρι την εφηβεία. Αλλά στον δυτικό κόσμο οι γονείς, προκειμένου να τα βγάλουν πέρα με τους γρήγορους ρυθμούς του σύγχρονου τρόπου ζωής, και να μην αφήσουν τα παιδιά τους να τους επηρεάσουν σε αυτό, χρειάζονται 7-8 ώρες αδιάκοπου ύπνου για να μπορέσουν την επόμενη μέρα να πάνε στις δουλειές τους. Κι έτσι, βάζουν τα παιδιά σε ένα άνετο κλουβί στο άλλο δωμάτιο ώστε να μην τους ενοχλούν.

Επίσης, ακούν από τους γιατρούς τους ότι η «εκπαίδευση ύπνου» μπορεί να είναι πολύ δύσκολη τις πρώτες εβδομάδες, αλλά αν δεν υποχωρήσουν στα καλέσματα του μωρού τους για βοήθεια, αυτά τελικά θα παραιτηθούν και θα κοιμηθούν όλη την νύχτα.

Αλλά ο Dr Nils Bergamn, ειδικός στις νευροεπιστήμες και ιδρυτής του κινήματος Kangroo Morher Care, λέει ότι το να αποχωρίζονται από τους γονείς τους όλη την νύχτα είναι εξαιρετικά αγχωτικό για τα μωρά και τα μικρά παιδιά και επιβραδύνει την ανάπτυξη του εγκεφάλου τους.

Ακόμα κι όταν τα μωρά, αφού έχουν κλάψει πολύ, φαίνονται να κοιμούνται όλη την νύχτα, δεν έχουν ένα ξεκούραστο ύπνο, ο οποίος είναι εξαιρετικής σημασίας για την ανάπτυξη του εγκεφάλου τους.

Ο Bergman παρακολούθησε 16 μωρά καθώς κοιμόταν στο στήθος της μητέρας τους και όταν κοιμόταν σε ένα κρεβατάκι δίπλα στο κρεβάτι της. Ο ρυθμός της καρδιάς τους και η ακανόνιστη αναπνοή τους αποκάλυψαν ότι ήταν σε κατάσταση άγχους τρεις φορές περισσότερο όταν κοιμόταν μόνα τους.

Η έρευνα έδειξε μια αύξηση 176% στην δραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος και μια μείωση 86% στην κατάσταση «ήσυχου ύπνου» όταν το παιδί κοιμόταν μόνο του.

Το άγχος μπορεί να είναι σοβαρό, αλλά αν η μητέρα είναι εκεί όλη την ώρα για να φροντίσει και να καθησυχάσει, δεν μπορεί να συμβεί τίποτα κακό στον εγκέφαλο του μωρού. Αυτό λέγεται “ανεκτό άγχος”.

Αλλά υπάρχει και το «τοξικό άγχος». Υψηλά επίπεδα άγχους για μεγάλα διαστήματα είναι τοξικά για τους νευρώνες που κάνουν τον εγκέφαλο να λειτουργεί. Η ορμόνη του άγχους, η κορτισόλη, κάνει τους νευρώνες να πεθαίνουν με γρήγορους ρυθμούς. Αυτό εμποδίζει τις συνδέσεις και τα κυκλώματα μεταξύ των νευρώνων. Παρατεταμένο άγχος σε μικρή ηλικία σημαίνει μικρότερο εγκέφαλο ένα χρόνο μετά.

 

Η μόνη διαφορά μεταξύ του τοξικού και του ανεκτού άγχους είναι η παρουσία ή η απουσία της μητέρας ή του πατέρα.

Όταν τα μωρά απομακρύνονται από τους γονείς τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, εκλαμβάνουν αυτή την κατάσταση ως «κατάσταση κινδύνου», λέει ο Bergman. Ο ρυθμός της καρδιάς τους και η πίεσή τους αυξάνονται και κινούν τα χέρια και τα πόδια τους και κλαίνε για να προκαλέσουν την προσοχή της μητέρας. Μ’ αυτό τον τρόπο ξοδεύουν πολύ ενέργεια την οποία θα έπρεπε να χρησιμοποιούν για να μεγαλώσουν.

Τα μωρά που βρίσκονται σε απόσταση μόλις ενός μέτρου από τη μητέρα τους, σε μια κούνια στην άκρη του κρεβατιού, έδειξαν διπλάσια επίπεδα κορτισόλης. Η ορμόνη του άγχους προκαλεί εξάντληση και με την πάροδο του χρόνου καταστρέφει κύτταρα και όργανα.

«Αλλά το χειρότερο είναι ότι το μωρό νιώθει εγκαταλειμμένο και ότι πρέπει να προφυλάξει τον εαυτό του», λέει ο Βergman. «Ο εγκέφαλος του μωρού εγκαθιστά άλλου είδους συνάψεις αφού κανείς δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του».

«Αν τα καλέσματα του μωρού δεν βρίσκουν ανταπόκριση, το μωρό μπορεί θα περιέλθει σε κατάσταση «διατήρησης ενέργειας» η οποία μειώνει τους ρυθμούς της καρδιάς και την θερμοκρασία με σκοπό την επιβίωση. Σ’ αυτή την κατάσταση «παγώματος» μπορεί το μωρό να φαίνεται κοιμισμένο αλλά η πρόσφατες έρευνες των νευροεπιστημών δείχνουν ότι την ίδια ώρα το μωρό δημιουργεί «μονοπάτια αποφυγής» στον εγκέφαλό του. Το τελικό στάδιο είναι αυτό του «αποχωρισμού», κατά το οποίο το μωρό «σβήνει». Ο εγκέφαλός του συνάπτει συνδέσεις οι οποίες το βοηθούν να επιβιώσει σε έναν «επικίνδυνο κόσμο όπου κανείς δεν μ’ αγαπάει».

Ένα άρθρο στο Psychology today επισημαίνει ότι αφήνοντας τα μωρά να κλαίνε μόνα τους σε ένα κρεβάτι, καταστρέφονται οι νευρικές συνάψεις του εγκεφάλου τους και αυτό τα κάνει λιγότερα έξυπνα, λιγότερο υγιή, πιο αγχώδη, μη συνεργάσιμα και αποξενωμένα αργότερα στη ζωή τους.

Οι επιδιώξεις της μοντέρνας δυτικής κοινωνίας για «εκπαίδευση ύπνου», «άσε το μωρό να κλάψει» και να παρηγορηθεί μόνο του, προέρχονται από την δυτικού τύπου ιδέα ότι τα παιδιά πρέπει να είναι ανεξάρτητα. «Αλλά εκβιάζοντας την ανεξαρτησία οδηγούμε το παιδί σε μεγαλύτερη εξάρτηση», λέει η καθηγήτρια ψυχολογίας Darcia Narvaez.

https://returntonow.net/2016/11/14/cribs-cause-brain-damage/

http://www.skintoskincontact.com/abstract-morgan.aspx

https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21802659

https://www.psychologytoday.com/blog/moral-landscapes/201112/dangers-crying-it-out

http://www.kangaroomothercare.com/jill-articles.aspx